Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Ο Στηβ. Ένα καλοκαίρι στα Χανιά

..Μία από τις αγαπημένες μου δραστηριοτητες όταν πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς στα Χανιά για τις καλοκαιρινές διακοπές μου, ήταν να παρακολουθώ τους ναυτες που άραζαν στην παραλία της γειτονιάς. Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδάκι,στην αρχή της εφηβείας, να σηκώνομαι κρυφά από το κρεββάτι μου τις νύχτες και να κατασκοπεύω από το παράθυρο  το εστιατόριο που ήταν κάτω από το σπίτι. Όταν η Αμερικανική βάση άλλαζε φουρνιά, γέμιζαν όλα τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία των Χανίων από ξυρισμένους καλογυμνασμένους φαντάρους. Έβλεπες μια λαοθάλασσα από ροζ ή μαυρα αγόρια.
Σε αυτές τις μαζώξεις στο εστιατόριο, όλοι παρεκτρέπονταν από το αλκοόλ. Κρυφά κοίταγα τα μυώδη σώματά τους ιδρωμένα να χορεύουν πάνω στα τραπέζια, γυμνά πολύ συχνά. Θα ήμουν 11-12 τότε, αλλά νομίζω πως μέσα από εκείνες τις εικόνες, ανακάλυψα τον αισθησιασμό του αντρικού κορμιού. Δεν ήξερα γιατί, αλλά δεν χόρταινα να τα παρατηρώ...κρυβόμουν πίσω από τις κουρτίνες και για πολλή ώρα κολλούσα σε αυτό το θέαμα.
Μερικές φορές τα νεαρά αγόρια γίνονταν πιο τολμηρά και πλησίαζαν τα κορίτσια στις πλατείες... Θυμάμαι τον Στηβ. Ένας μαυρος αμερικάνος  20 χρόνος φαντάρος. (Άραγε πως θα έχει καταλήξει η ζωή του;).
Ήμουν κάπου 11-12 αλλά ήδη ξεπεταγμένη και το στήθος μου είχε ήδη φουσκώσει αισθητά. Εκείνη τη χρονιά, μου είχε έρθει η περίοδος και όπως ήταν φυσικό δεν ήμουν ακόμα και τόσο συμβιβασμένη με τον νέο τίτλο της Γυναίκας. Αισθανόμουν ντροπή και ήμουν μαζεμένη, γιατί οι συνομήλικές μου απείχαν ακόμα ηλικιακά από αυτές σωματικές αλλαγές. Εμένα όμως το σώμα μου βιαζόταν να γίνει Γυναίκα. Έκανα παρέα με μεγαλύτερα κορίτσια και μόνο οι αναστολές μου και το ότι κοκκίνιζα εύκολα από ντροπή, ήταν τα σημάδια που πρόδιδαν την πραγματική μου ηλικία.
Ο Στηβ με έβρισκε τα απογεύματα στο 3ο παγκάκι στην παραλία της Νέας χώρας. Μας περιτριγύριζε για καιρό με τους φίλους του, ενώ εμείς τα κορίτσια χαζογελάμε συνεσταλμένα. Ήταν όμορφος, μυώδης , χαμογελαστός με δυο ολοστρόγγυλα ευγενικά μάτια.
Η μοιρασιά του ποιος πάει με ποια, έγινε και ο Στηβ ήρθε και έκατσε μαζί μου, πάνω στη πλάτη του παγκακιού.. Καθώς μιλούσαμε, άπλωσε δειλά το χέρι του και άγγιξε τα δάχτυλά μου. Τρομοκρατήθηκα. Έτρεμα....Χιλιάδες σκέψεις με είχαν κάνει να μουδιασω:. Τι θα πουν οι άλλοι, αν θα ήθελα να κάνω έρωτα μαζί του, αν θα πονάει, αν θα μείνω έγκυος, αν θα μου άρεσε να με φιλήσει. Άφησα το χέρι μου εκεί, παρά το φόβο. Ο Στηβ είχε πλησιάσει πολύ. Αισθανόμουν τα μπράτσα του να ακουμπούν στα δικά μου. Ένιωθα την μυρωδιά του. Έντονη. Αλλά και γλυκιά. Δεν είχα ξαναμυρίσει τέτοια μυρωδιά. Λίγες φορές είχα αφήσει αγόρι να με πλησιάσει τόσο. Ένοιωσα ένα πρωτόγνωρο αίσθημα, καθώς οι αισθήσεις, η αφή, η όσφρηση ήταν σε έκρηξη. Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να βουτήξω το πρόσωπο μου στο λαιμό του. Μισό ναρκωμένη, άκουσα τον Στηβ να με ρωτάει εάν θα ήθελα αύριο να πάμε μια βόλτα στο λιμάνι μαζί. Μηχανικά σαν υπνωτισμένη απάντησα “Ναι”... Ακολούθησαν και άλλες ερωτήσεις. Το χέρι του παρέμενε πάνω στο δικό μου αλλά αυτήν τη φορά το είχε καλύψει εντελώς με τη μελαψή παλάμη του....Απαντούσα μηχανικά στις ερωτήσεις του, σαν υπνωτισμένη. Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε. Ζαλιζόμουν. Ήθελα να κλείσω τα μάτια μου αλλά εκείνα είχαν κολλήσει πεισματικά στην καμπύλη του λαιμού του. Να πάρει! Ο χρόνος είχε κολλήσει. Τι μου συνέβαινε;
Ο Στηβ με ρώτησε την ηλικία μου . Όταν του είπα πως είμαι 11, ευθύς άλλαξε η έκφραση του, απομάκρυνε το σώμα του από κοντά μου και καθώς αποτραβούσε το χέρι του, σηκώθηκε λέγοντας με πολύ ευγενικό τρόπο: «Girl....live your life...you are so young....» Kαι έφυγε βιαστικά. Χάθηκε το σχήμα του μέσα στα ξυρισμένα κεφάλια από το μπούγιο των φίλων του.

Ακόμα μέχρι και σήμερα έχω την μυρωδιά του στα ρουθούνια μου, το σχήμα του προσώπου του και το μέταλλο της φωνής του, μέσα στο κεφάλι μου.


Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Ενα βράδυ σε ένα χωριό που το έλεγαν Μύρθιο.

(Μια φορά κι έναν καιρό)
Ρέθυμνο, Αύγουστος, 2010

Παρά την πρόταση φίλης να περάσουμε μαζί το απόγευμα, ξεκίνησα με το μικρό μπλε σαραβαλάκι μου μέσα στο καταμεσήμερο μόνη, για να κολυμπήσω σε κάποια παραλία του Νότου. Μετά από 40 λεπτά οδήγηση, πέρασα από τον Κουρταλιώτη και μετά από λίγο έκανα το μπάνιο μου στο Αμμούδι. Έμεινα μέχρι αργά στην παραλία και οταν βαρέθηκα κάπως, κατέληξα μετά απο περιπλάνηση για φαγητό σε ένα χωριό με το όνομα  Μύρθιος.
Το φως είχε ήδη πέσει και όλα ήταν γλυκά και κόκκινα. Ο Θεός των μοναχικών γυναικών, είχε φροντίσει να υπάρχει ένα κενό μικρό τραπέζι, στην άκρη της βεράντας της παραδοσιακής ταβέρνας. Η πανοραμική θέα από εκεί ήταν παραπάνω από εντυπωσιακή. Όλος ο κόλπος του Πλακιά απλωνόταν μπροστά μου. Αριστερά ήταν ο επιβλητικός βράχος με την αμμώδη τεράστια παραλία και δεξιά το κομμάτι με τους γκρίζους λόφους. Απέναντι μόλις που διακρίνονταν οι σκιές από την Γαύδο και την Γαυδοπούλα.
Έδυε ο Ήλιος εκείνη τη στιγμή. Εκείνος ο Ήλιος, που σε κάνει να αισθάνεσαι δέος που αυτή η χώρα σου ανήκει. Ήταν μια πολύ παράξενη αίσθηση εκείνη η στιγμή. Ο Ήλιος σα να υπήρχε μόνο για εμένα εκείνο το απόγευμα. Είχε απλώσει όλα τα θερμά τα χρώματά του παντού μπροστά μου. Σα να ήθελε να με φλερτάρει. Ένας Ήλιος μόνο για εμένα.
Την ώρα λοιπόν που έσβηνε το τελευταία κόκκινο πίσω από τα βράχια, καθόμουν στο τραπέζι μου. Στην αρχή αισθάνθηκα λίγο άβολα. Ήμουν μόνη. Πως φαινόμουν άραγε στα μάτια του κόσμου; Άλλη μια ταλαίπωρη ψυχή πονεμένη που η άκαρδη μοίρα την υποχρέωσε να περνάει μοναχικές διακοπές τον Αύγουστο;
Καθώς περίμενα, συνειδητοποίησα πως κανείς δεν με κοίταζε. Ήταν όλοι ξένοι βέβαια και προφανώς στην κουλτούρα των Ευρωπαίων η εικόνα μιας γυναίκας να κάνει διακοπές ή να τρώει σε ένα εστιατόριο μόνη της, μάλλον δεν ξενίζει.
Όταν ήρθε ο σερβιτόρος,παρήγγειλα τρία αγαπημένα πιάτα: ψητές πανσέτες με θυμάρι, ανθούς γεμιστούς με ρύζι και γιαούρτι, σαλάτα με ντάκο και ένα ποτήρι λευκό κρασί. Και μετά ένα δεύτερο. Και τέλος ένα τρίτο, μαζί με μια σφακιανή πίτα με μέλι.
Άρχισα να απολαμβάνω αργά το δείπνο μου. Κάθε μια μπουκιά εξαφανιζόταν αργά μέσα στα σωθικά μου. Τα αρώματα απο τα μυρωδικά ήταν σαν βεγγαλικά που εσκαγαν μέσα μου.
Συνειδητοποίησα πως το αργό και ήρεμο τέμπο κάθε μπουκιάς, έκανε και το τέμπο της καρδιάς μου να ηρεμεί. Οι αισθήσεις ήταν όλες σε εγρήγορση. Άγνωστα πρόσωπα μου χαμογέλασαν λες και άκουσαν την χαρά της ψυχής μου.
Εκεί μέσα στις γεύσεις και στις όμορφες εικόνες, συνειδητοποίησα ότι ήμουν μόνη, αλλά αισθανόμουν ωραία. Αισθανόμουν όμορφη. Σα να είμαι...ευτυχισμένη.
Αυτή είναι η όμορφη ζωή, ( ψιθύρισε το μικρό παιδί από το πίσω μέρος του μυαλού μου).
Όμορφη, ήσυχη ζωή. Ηρεμία. Το είχα ξεχάσει αυτό το αίσθημα. Γέλασα κρυφά. Μπορούσα να φέρω στο μυαλό μου κάποιους  συντρόφους μου, που αν και είχαμε ευκαιρίες, δεν καταφέραμε ποτέ να αισθανθούμε αυτην την ήρεμη ευτυχία πάνω από ένα πιάτο φαγητου. Νευρώσεις, σκιές, απωθημένα, θέλω, δεν θελω, καυγάδες και τόσα άλλα περιττά, επισκίαζαν τις όμορφες εικόνες και ότι θα μπορούσε να είναι απλά  όμορφο και δυνατό και για τους δυο μας.
Πόσο αστείο....Ένα μοναχικό δείπνο μπορεί να  κάνει μια γυναίκα να...ολοκληρωθεί. Χωρίς καν την παρουσία ενός άντρα.

Ήθελα να κλάψω από την ομορφιά της ζωής μου εκείνη την στιγμή.

Έμεινα μέχρι αργά, να απολαμβάνω αυτήν την ομορφιά.