Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Δύο παιδιά από τη Μπαγκλάν

Afgan Village boy/from Tracys Gallery Box

O M. και η Α., είναι δύο έφηβοι από το Αφγανιστάν. Ήρθαν τις τελευταίες ημέρες στο καταυλισμό. Ταξίδεψαν από τη Μπαγκλάν, μια πόλη βόρεια του Αφγανιστάν. Στην πόλη τους στα αρχαία χρόνια, είχαν φτάσει  Έλληνες και ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ξεκουραστεί. Το ήξεραν τα παιδιά αυτό. Όπως ήξεραν και πολλά άλλα. Τα αγγλικά τους είναι άψογα και η ευγένεια και η χάρη τους σε μαγεύει. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν το στερεότυπο που έχουμε για τους Αφγανούς. Το κορίτσι φόραγε ένα εφαρμοστό τζιν με αρβυλάκια και με τόλμη τίναζε τα μαλλιά της ελεύθερα στον αέρα σαν ατίθασο άλογο. Όταν της έδειξα μια φωτογραφία από την προγιαγιά μου , ξαφνιάστηκε καθώς δεν ήξερε ότι ακόμα και σε Δυτικές χώρες οι γυναίκες φορούσαν τζιχάμπ.

Μιλάω πολύ μαζί τους από τη στιγμή που τους γνώρισα. Ξέρουν πολλά και δείχνουν να θέλουν να μάθουν περισσότερα. Και δεν είναι τυχαίο. Η εκπαίδευση για την οικογένειά τους έπαιζε σημαντικό ρόλο. Ο μπαμπάς αντιφρονούντας στρατιωτικός, αντιδραστικός προς τους Ταλιμπάν, έφερνε κρυφά δάσκαλο στα παιδιά του, έναν φωτισμένο νεαρό άντρα και πολυταξιδεμένο για να τους μάθει να γράφουν, να διαβάζουν και να τους διδάξει  την Αλήθεια ότι σε κανέναν Θεό, μήτε σε άνθρωπο επιτρέπεται να σου κλέψει την Ελευθερία. Σε αυτό το κρυφό σχολειό πάνω στο χαλί του σπιτιού τους στη Μπαγκλάν, έμαθαν να αγαπούν τα βιβλία. Διαβάζουν ακόμα και την Αγία Γραφή, αν και αισθάνονται μουσουλμάνοι. Εκεί στα βιβλία και με τον φωτισμένο δάσκαλο έμαθαν πως ο χριστιανισμός και ο μωαμεθανισμός είναι μια  θρησκεία με κοινές ρίζες. Elena! Να διαβάσεις κι εσύ το Άγιο Κοράνι για να καταλάβεις πως η θρησκεια μας μιλάει για αγάπη και σεβασμό όπως και η δική σας!”, μου είπε τρυφερά η Α.

Μιλάω πολύ μαζί τους γιατί ο λόγος τους είναι αρτυμένος με χάρη, με κινήσεις και με μια θεατρικότητα που σε κερδίσει αμέσως.

Η χάρη σκοτείνιασε, όταν άρχισαν να μιλούν για το πως οι Ταλιμπάν αποδεκάτισαν την οικογένειά τους.
Αρχικά έστειλαν μήνυμα στον πατέρα ότι τους “χρωστάει” έναν στρατιώτη για να ενταχθεί στους μαχητές τους. Ο μικρός αδερφός, τότε 14 χρονών,φυγαδεύτηκε μέσα στην νύχτα από τον ίδιο τον πάτερα για να σωθεί. Ένα μικρό αγόρι με ένα σακίδιο στην πλάτη έφυγε τρέχοντας για να σωθεί από μια μοίρα που τον περίμενε γεμάτη θάνατο και οργή. Από τότε έχουν περάσει 2 χρόνια. Η οικογένεια έχει χάσει τα ίχνη του. Κάποιοι γνωστοί τους είπαν πως τον είδαν στη Γερμανία σε κάποιο σχολείο. Ο Ερυθρός Σταυρός τον αναζητά από τότε και ελπίζουν να βρεθεί σύντομα.

Υπάρχουν και άλλες 2 μεγαλύτερες αδερφές. Η μια βρίσκεται με τον πατέρα στην Τουρκία και δουλεύουν μαζί σε μια φάρμα. Καλλιεργούν την γη.
Η άλλη αδερφή σκοτώθηκε. Μια σφαίρα εξοστρακίστηκε και την σκότωσε. Έτσι απλά το ανέφεραν τα παιδιά και αμέσως άλλαξαν θέμα προς συζήτηση. Ήταν μια ακόμα παράπλευρη απώλεια.

Ο Μ. και η Α. μιλάνε για την Ελλάδα για το πόσο την αγάπησαν και πως ενα κομμάτι τους θα μείνει για πάντα εδώ. Θέλουν να εγκατασταθούν στην Γερμανία αλλά ο Μ. έχει υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα γυρίσει στην Ελλάδα για να σπουδάσει. Θέλει να σπουδάσει φιλοσοφία εκεί που γεννήθηκε η φιλοσοφία.

Όταν ήρθαν στον καταυλισμό στην αρχή δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για το σχολείο γιατί νόμιζαν πως αφορούσε σε μαθήματα μέσα στον καταυλισμό. Όταν κατάλαβαν πως επρόκειτο για κανονικό σχολείο η Α. είπε πως ένιωσε την καρδιά της να φτερουγίζει. Κανονικό σχολείο; Με αίθουσα; Με θρανία; Με παιδιά, αγόρια και κορίτσια μαζί; Με δάσκαλο;
Γράφτηκε την Παρασκευή. Ούτε αυτή ούτε ο αδερφός της έκλεισαν μάτι για 2 ολόκληρες νύχτες το Σαββατοκύριακο. Το είπαν στον Πατέρα στο τηλέφωνο. Ούτε κι εκείνος ειπαν κοιμήθηκε εκείνο το σαββατοκύριακο. Για πρώτη φορά στη ζωή τους θα πήγαιναν σχολείο.

Με κάλεσαν στο caravan τους προχθές. Και μου έφτιαξαν καφέ. Όχι τσάι. Επειδή ξέρουν πως στους Έλληνες δεν αρέσει τόσο πολύ το τσάι. Και με κέρασαν και κουλούρια που είχε φτιάξει η μαμά.
Έβγαλα τα παπούτσια και καθίσαμε στο χαλί σαν σε κύκλο με τη μαμά από απέναντι να μου στέλνει φιλάκια με την παλάμη της.

Και μιλήσαμε ξανά πολύ.
Και η κουβέντα ήταν αρτυμένη. Με αλάτι και μπαχάρια της ανατολής, με αγάπη, με σεβασμό και με ελευθερία


(Ευχαριστώ).

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Όλα θα πάνε καλά.

Οι περίοδοι της ξηρασίας είναι δυσκολες. Αλλά είναι απαραίτητες. Η ωριμότητα σε βοηθάει να επιβιώνεις. Η ξηρασία στα νεανικά τα χρόνια σε εκείνα δηλαδή τα χρόνια που είσαι εξαρτημένη από το συναίσθημα, ήταν ολέθρια. Τώρα έμαθες να περιμένεις. Και περιμένεις και επικρατεί μέσα σου η βεβαιότητα πως αυτό θα κάνει τον κύκλο του και θα σε φέρει σε έναν καινούριο τόπο. Δεν συγκρούεσαι με το πάτωμα πια. Απλά στέκεσαι. Ίσως και να κλείνεις  λίγο τα μάτια και να σφίγγεις τις γροθιές ή να δαγκώνεις τα χείλη για να περάσει ο πόνος.Αλλά επιβιώνεις. Όχι δεν επιβιώνεις. Στέκεσαι. Αλώβητη.
Στα χρόνια εδώ που εφτασες ευχαριστείς τον Θεό σου που σε έμαθε να στέκεσαι και να βιώνεις τον πόνο. Ολόκληρον τον έζησες και δεν τον έκρυψες ούτε τον κουκούλωσες. Και το μελανό τρένο της θλίψης όταν έρχεται κατά πάνω σου για να σε κατασπαράξει, εσύ έχεις μάθει να αρπάζεσαι από τα πλευρά του και να αφήνεσαι στο μανιακό του τρέξιμο. Έχει πάψει να σε τρομάζει και κατά βάθος ξέρεις ότι είναι κάτι που πια απολαμβάνεις κάπως.  Απολαμβάνεις και επαίρεσαι. Ξέρεις πολλούς που νίκησαν την κατάθλιψη αγκάλιαζοντάς την;
Ετσι είναι η ωριμότητα. Δεν είναι μόνο ρυτίδες και παραπανίσια κιλά που δεν μπορείς να ξεφορτωθείς. Είναι οι νίκες οι μικρές και οι μεγαλύτερες οι πιο εσωτερικές που σε χουν σμιλεύσει.
Και σε ετοίμασαν για τα επόμενα που ήδη βλέπεις να έρχονται, στην επόμενη στροφή, από την πλάτη του τέρατος που λέγεται Θλίψη.


Emmet Gowin - Photographs 1976

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Ο Μπαμπά Νοέλ, η Φατιμά και η Ελπίδα

-Μπαμπά Νόελ; Κουτσίκ;

Μια Αφγανή μητέρα με σταμάτησε στο διάδρομο και μου έκανε αυτήν την παράξενη ερώτηση;
Δεν την κατάλαβα αμέσως, αλλά για καλή μου τύχη περνούσε ο Μοχάμμαντ ο διερμηνέας εκείνη τη στιγμή.

-Σε ρωτάει εάν θα φέρετε τον Άγιο Βασίλη να παίξει με τα παιδιά στη σχολική γιορτή που ετοιμάζετε.

- Μα εμείς προσπαθούμε να κρατήσουμε το θρησκευτικό στοιχείο έξω από τις δραστηρίοτητες και τις σχολικές γιορτές, είπα στον Μοχάμμαντ.

-Τους αρέσουν πολύ τα Χριστούγεννα. Παίρνουν το λεωφορείο για να κανουν μια διαδρομή  1,5 ώρας,  απλά για να βρεθούν στο κέντρο της Αθήνας, να ακούσουν τη μουσική από τα μεγαφωνα, να χαζέψουν τα λαμπάκια και τον στολισμό στους δρόμους και στις βιτρίνες. Τους αρέσουν πολύ όλα αυτά.

Κράτησα για μέρες αυτόν τον μικρό διάλογο μέσα στο μυαλό μου. Ποια στάση έπρεπε να κρατήσω; Επικριτική απέναντι στην αισθητική μιας θρησκευτικής γιορτής που έχει δελεάσει του αθώους πρόσφυγες αν και τόσο πολύ έχει απορριφθεί από τους “σκεπτόμενους και εναλλακτικούς” δυτικούς ; Να κρατήσω μια ψυχρή ουδέτερη στάση απέναντι στην επιθυμία τους να αλληλεπιδράσουν με τη δική μας θρησκεία και τα δικά μας έθιμα; Μήπως να τους μιλήσω για την επιφανειακή διάσταση μιας λαμπερής γιορτής, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια προκάλυψη του καταναλωτισμού; Να τους πείσω να μείνουν μακριά από το βάσανο της θρησκείας; Ή μηπως να τους αναλυσω πώς τα Χριστούγεννα είναι ένα Τέρας, γέννημα του καπιταλισμού;

Μετά την ίδια μέρα, ήρθε η μικρή 10χρονη Φατιμά και μου χάρισε ενα δώρο.
-Για εσένα. Για τα Κριστούγκενα! είπε.

Ήταν ένα άδειο κουτάκι τυλιγμένο με κόκκινο βελούδο και χρυσή κλωστή. Αυτό το άδειο στολισμένο κουτί ήταν το δώρο της για εμένα και μου το έδωσε με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό.
Και μεσα σε αυτές τις δυο ιστορίες είδα την προσπάθεια αυτών των κατατρεγμένων ανθρώπων, να ενταχθούν σε μια νέα ζωή και σε έναν νέο πολιτισμό. Δεν είναι ο Μπαμπά Νόελ ..δεν είναι το δέντρο ή ο Ρούντολφ , που είναι σημαντικά για αυτούς τους ανθρώπους. Είναι κάτι άλλο. Είναι η χαρά που νιώθουν μετά από τόσο καιρό.

Μετά θυμήθηκα πως στις χώρες από τις οποίες έρχονται αυτοί οι άνθρωποι, η χαρά είναι απαγορευμένη. Ειδικά για τους Αφγανούς. Ειδικά για τις γυναίκες. Οι ευπρεπείς γυναίκες δεν πρέπει να χαίρονται. Δεν πρέπει να γελάνε. Ούτε καν να χαμογελάνε σε δημόσιους χώρους. Μα και για τα παιδιά τα ίδια είναι κάτι άγνωστο και απαγορευτικό. Μεσα στον πόλεμο και στην σκόνη του πολέμου, που να βρεις χρόνο για να κάνεις ένα παιδί να γελάσει;
Από τη δική τους τη ματιά, όλα αυτά είναι καινούρια. Και πρωτόγνωρα. Και σημαντικά. Ένας καινούριος τόπος όπου είναι ασφαλές να περπατάς στο δρόμο με ενα χαμόγελο . Ένας τόπος όπου είναι ασφαλές να χαίρεσαι και να γελάς με την καρδιά σου χωρίς αυτό να ερμηνευθεί ως ασεβεια προς κάποιον Θεό ή άνθρωπο. Να γελάς χωρίς να κινδυνεύει η ζωή σου.

Αν το κοιτάξεις με λιγότερο θυμό, τελικά ο κόσμος μας δεν είναι και τόσο ασχημος. Ο κόσμος μας αυτές τις μέρες μοιάζει σαν ενα παιδικό παιχνίδι δραστηριοτήτων. Με υφές, ήχους και χρώματα. Ενα καρουσέλ με στολισμένα αραβικά άλογα είναι ο κόσμος μας αυτές τις ημέρες και αυτοί οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να καλπάζουν..

Και σκέφτηκα.
Εμείς γιατί χάσαμε αυτήν την χαρά;
Κάπου χαθήκαμε.
Που χαθήκαμε. ; Στην απληστία και στην κατανάλωση των υλικών ή στην απληστία και στην κατανάλωση των συναισθημάτων;
Γιατί δεν αρκούν μια σειρά από άσπρα λεντάκια ή ένα χαρούμενο τραγούδι που μιλάει για ελπίδα και ειρηνη στον κόσμο, για να χαρούμε;

Γιατί χαθήκαμε. Στις τόσες αναλύσεις επί των αναλύσεων..των συναισθημάτων μας... των καταστάσεων...της ζωής της ίδιας. Και προτιμούμε να εγκλωβιζόμαστε μεσα στις ερμηνείες. Στις πολιτικές, κοινωνικές, ψυχοδυναμικές, ψυχαναλυτικές, συστημικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές ερμηνείες.
Αν είναι ο καπιταλισμός πίσω από τα λαμπάκια ίσως να μην έχει και τόση σημασία. Μέχρι να αντικατασταθεί, αν αντικατασταθεί με κάτι λιγότερο καπιταλιστικό και με κάποια άλλη δραστηριότητα που θα κάνει τους ανθρώπους να χαίρονται σαν παιδιά , ας κρατήσουμε τη σκέψη και το προνόμιο αυτό, ότι βρισκόμαστε στην τυχερή πλευρά του πλανήτη όπου μπορούμε να περπατήσουμε ελεύθερα χωρίς να κινδυνεύει η ζωή μας, πάνω σε ενα δρόμο φωτισμένο που λαμποκοπάει με μουσικές και χαρούμενες φωνές.

Ας το κάνουμε όπως εκείνοι.
Ας πάρουμε ενα λεωφορείο που θα μας φέρει στον κέντρο της Αθήνας
Και ας σταθούμε μπροστά σε μια άχαρη κατασκευή που μοιάζει με δέντρο και ας χαμογελάσουμε.
Και ας πούμε ευχαριστώ που μπορούμε να γελάμε, να περπατάμε και να αναπνέουμε ελεύθεροι μέσα σε αυτούς τους βρόμικους δρόμους.

Και νομίζω πως εάν το κάνουμε αυτό, πως ίσως και να αλλάξουμε.
Και γίνουμε έτοιμοι.
Και πιο δυνατοί.
Και νομίζω πως με αυτόν τον τρόπο θα αρχίσομε να έχουμε ελπίδα .
Πως ίσως νικήσουμε κι εμείς.

Τους δικούς μας πολέμους.


Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Ο Χουσεΐν και ο σκύλος


Ο φύλακας της βάρδιας μόλις κατάφερε μεσα στο Κυριακάτικο σούρουπο να διακρίνει το φορτηγάκι των τσιγγάνων. Άνοιξαν την πόρτα και τον άφησαν προσεκτικά στη νησίδα του δρόμου. 'Ότι δεν πουλιέται στο παζάρι των ρακοσυλλεκτών του Σχιστού, πετιέται στα άχρηστα, μέχρι να έρθουν οι μάνικες του Δήμου για να τα καθαρίσουν. Συνήθως τα σκυλιά αυτά, όπως τα έκθετα παιδιά, αφήνονται σε κούτες πάνω στο πεζοδρόμιο. Ανάμεσα σε σάπια ζαρζαβατικά, σε καμμένα ζαντολάστιχα και πεταμένα στουπιά, βλέπεις μικρά πλάσματα να ξεπροβάλουν και τα μάτια τους διστακτικά και φοβισμένα να σε παρακαλούν.
Κάποια από αυτά τα δύσμοιρα ζώα παραδίδονται σε φιλοζωικές οργανώσεις. Κάποια υιοθετούνται. Κάποια καταφέρνουν να μεγαλώσουν και να ενταχθούν στην αγέλη που προϋπήρχε στο στρατόπεδο. Άλλα εξαφανίζονται ξαφνικά, έτσι όπως ξαφνικά εμφανίστηκαν .

Ο Gipsy ο σκύλος πέρασε από διάφορα χέρια μέσα στη δομή: από τους αστυνομικούς και τους φύλακες της πύλης, πέρασε στις καθαρίστριες και στους ασυνόδευτους έφηβους πρόσφυγες, για να καταλήξει στα χέρια των δασκάλων του καταυλισμού όπου τον πήραν υπό την προστασία τους. Μια γωνιά στο κοντέινερ των δασκάλων και ένα παλιό κουβερτάκι είχε γίνει το σπίτι του.
Το μικρό χαμίνι σύντομα έγινε κάτι σαν μασκότ. Ένα μικρό αλάνι, ένα ακόμα μέλος στις παρέες των παιδιών των προσφύγων. Όποτε άκουγες αλαλαγμούς και ποδοβολητά ήξερες πως θα έβλεπες την εξής εικόνα: ο Gipsy να τρέχει μπροστά και ένα τσούρμο παιδιών να τον κυνηγούν. Άλλοτε άλλαζε η εικόνα και ο σκύλος μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά κυνηγούσαν κάποιο φίλο τους.

Ο καιρός περνούσε και ο σκύλος μεγάλωνε ανέμελος και χαρούμενος. Μεγάλωνε με την κάπως κοντή ουρά του να ανεμίζει κάθε φορά που μια ανθρώπινη φωνή του μιλούσε. Μπερδευόταν ανάμεσα στα πόδια των προσφύγων, των αστυνομικών και των δασκάλων. Ήταν πάντα χαρούμενος μέσα στην άγνοια ότι δεν είναι επιθυμητός.Ευτυχώς δεν ήξερε πως κανένας δεν τον ήθελε στο σπίτι του. Ήταν άλλο ενα σκυλί. Χωρίς ιδιαίτερη ομορφιά. Ενα συνηθισμένο σκυλί..

Ώσπου ήρθε ο Χουσεΐν. Το αγόρι αυτό ήταν πρόσφυγας πολέμου. Οι γονείς του διώκονταν λόγω πεποιθήσεων. Είχαν μιλήσει περισσότερο από ότι έπρεπε για τα δικαιώματα που αξίζουν στα παιδιά τους. Ένα βροχερό βράδυ πήραν μια αλλαξιά ρούχα ο καθένας και μια φωτογραφία από το σπίτι τους και η μητέρα, φόρτωσε τον Χουσεΐν μαζί με τα άλλα 3 αδέρφια του σε μια φούσκωτη βάρκα στην Τουρκία. Και έφυγαν για να σωθούν και για να βρουν ενα νέο σπίτι μέσα στο οποίο θα είναι ασφαλείς. Μέσα από πολλές μετακινήσεις και δύσκολες καταστάσεις, η μητέρα είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ενα κοντέινερ μεσα στο στρατόπεδο για εκείνη και τα παιδιά της.

Ο Χουσεΐν ήρθε ενα πρωί δειλά και προσεκτικά μεσα στο γραφείο μαζί με ενα μικρό πλαστικό σκυλάκι που το έκανε δώρο στον Gipsy. Ήταν από εκείνα τα παιχνίδια που συνήθως τα κολλάνε οι φορτηγατζήδες στο παρμπρίζ των φορτηγών και αυτά κουνάνε ρυθμικά το κεφάλι τους. Ο σκύλος δέχθηκε με χαρά το δώρο του αγοριού και από εκείνη τη στιγμή έγιναν αχώριστοι.
Αυτά τα 2 πλάσματα αγαπήθηκαν από την πρώτη ματιά και ήταν σα να συνέβη κάτι μυστικό ανάμεσά τους, κάτι που δεν είχε συμβεί με κανένα από τα υπόλοιπα παιδιά του στρατοπέδου.

Ο Gipsy πλέον αισθανόταν ασφάλεια όταν έβγαινε έξω, αφού το άγρυπνο μάτι του Χουσείν ήταν εκεί για να το προστατεύσει από το άγαρμπο παιχνίδι των παιδιών και από τα θυμωμένα σκυλιά της αγέλης. Τρύπωναν στο γραφείο όπου ήταν οι δασκάλες και έπαιζε μαζί του κρυφτό . Κάθε φορά που ο σκύλος ξετρύπωνε το παιδί πίσω από τις κούτες και τα έπιπλα, έβλεπες στα μάτια και των δυο ένα τεράστιο χαμόγελο. Το γέλιο αυτό ήταν βουβό. Ο σκύλος δεν έβγαζε φωνή και γέλιο γιατί έτσι είναι το γέλιο των σκυλιών. Το ίδιο όμως σιωπηλό ήταν και το γέλιο του Χουσεΐν. Το γέλιο του δεν ακουγόταν γιατί είχε μάθει να είναι σιωπηλός. Όπως σιωπηλοί είναι όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε διωγμό.

Και οι μέρες περνούσαν .
Και το βουβό γέλιο συνεχιζόταν.
Και οι 2 σύντροφοι μεγάλωναν μαζί.
Ο Gipsy φόρεσε έναν κόκκινο ιμάντα στο λαιμό του και ο Χουσεΐν τον κράταγε από εκεί σαν να κράταγε τον μικρό του αδερφό από το χέρι.
Και οι μέρες περνούσαν.
Και οι περίπατοί τους κάτω από τα πεύκα του καταυλισμού γίνονται κάθε μέρα όλο και πιο μεγάλοι.
Και ο Χουσεΐν έκλεβε από τις μετρημένες λιχουδιές που έφτιαχνε με αλεύρι η μητέρα και τις μοιραζόταν με τον φίλο του
Και έβλεπες σε αυτήν την βουβή συντροφιά όλους του τόμους της λογοτεχνίας που έχουν γραφτεί για την πονεμένη ιστορία των πλασμάτων της γης που δεν είχαν δικό τους τόπο για να ξεκουραστούν .
Μέσα από τον ήρεμο περίπατο αυτών των δυο ηρώων, διάβαζες τις ιστορίες που έγραψε ο Μαλαπάρτε , ο Λόντον και αλλοι, για τα ακατέργαστα και άγρια πλάσματα που αγαπήθηκαν και παρηγόρησαν το ενα το άλλο σε καιρούς πολέμου και σε καιρούς πένθους.

Και έτσι περνούσε ο καιρός.
Σε καιρούς πολέμου και πένθους.
Ο Χουσεΐν είχε τον Gipsy και ο Gipsy τον Χουσεΐν, μέχρι και οι δύο να βρουν έναν τόπο που θα τους αγαπά.


.........



( Ο Gipsy είναι 3 μηνών, ήρεμος χαρακτήρας φιλικός με τα παιδιά και τα άλλα ζώα. Θα γίνει περίπου 30 κιλά. Ακόμα ψάχνει σπίτι. Όποιος ενδιαφέρεται να τον υιοθετήσει για πάντα, ας επικοινωνήσει στο ele.karagianni@yahoo.gr


Ο Χουσείν περιμένει να του επιτραπεί να μετακινηθεί στη Γερμανία μαζί με την μητέρα και τα αδέρφια του ώστε να επανασυνδεθούν με τον πατέρα τους που ήδη έχει ετοιμάσει ένα μικρό σπίτι για αυτούς).







Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ο άγριος Γου

H ζωή σου κάνει δώρα. Σε φέρνει σε ιδιαίτερους τόπους, σε ιδιαίτερες στιγμές. Εκεί συναντάς κάποιους ιδιαίτερους ανθρώπους. Ακόμα και όταν φεύγουν , συνεχίζουν να είναι εκεί. Ακόμα και αν τους συναντάς κάθε 2- ή 3 ή 5 χρόνια, μαζί τους έχει συμβεί εκείνη η μαγική χημική ένωση που κάνει τους ανθρώπους να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Όσα χρόνια και αν περάσουν.

Ο άγριος Γου είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Υπήρξαμε κάποτε εραστές αλλά αυτό έχει τελειώσει. Τον συναντώ κάθε καλοκαίρι για λίγο εκεί στον Νότο, ανάμεσα στην αδίστακτη αλμύρα, στις οσμές από τις χαρουπιές και στο κακοτράχαλο τοπίο.

Ο άγριος Γου είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους που ταιριάζουν με την αγριάδα του τόπου του. Ένας πάνσοφος άντρας που μελετά τα ζώα, τον ουρανό και τη φύση όπως οι παλιοί. Καταλαβαίνει τους ανθρώπους από την οσμή που αναδύουν και από τη φλόγα στα μάτια τους.
Ήταν εκεί, στα καλοκαίρια της θλίψης μου κι εγώ πάνω στον ώμο του πένθησα τον θάνατο του Έρωτα. Ο άγριος Γου είναι από τους λίγους που έχει δει το μικρό παιδί που κάποιες φορές μιλάει μέσα από εμένα. Σαν Πατέρας το έχει πάρει αγκαλιά. Το έχει νανουρίσει.

Φέτος βρεθήκαμε εκεί σε μια ερημική παραλία να πίνουμε κάτι. Ήταν πανσέληνος και η Σελήνη φώτιζε τη νύχτα σα να ήταν ήλιος...
Αποκαμωμένοι ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Και αφήσαμε το φως και τις δροσοσταλίδες τους νερού να μας σκεπάσουν. Μόνο τα χέρια κρατήσαμε.

Φέτος ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι. Λίγο περισσότερο από πέρυσι.
Και φέτος κατάλαβα πως ο άγριος Γου είναι ένας από τους σημαντικούς άλλους που συνάντησα στη ζωή μου. Που πάντα μπορούσε να καταλάβει από την οσμή τους τους εραστές που μπορούσαν να με πληγώσουν. Που πάντα καταλάβαινε από τα μάτια μου τι είχε συμβεί στη ζωή μου τα χρόνια που δεν τον είχα συναντήσει.
Φέτος ήταν αποκαμωμένος από τον θάνατο ενός αγαπητού του προσώπου..
Σαν παιδί άφησε τον πόνο του μπροστά μου...εκεί μέσα στην νύχτα..κάτω από τη σελήνη που φώτιζε σαν ήλιος, σαν παιδί ξάπλωσε δίπλα μου και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανάμεσα από τα δόντια.
Και εκεί αισθάνθηκα πως τον αγαπώ αυτόν τον Άγνωστο άνθρωπο με όλη την καρδιά μου.
Κι έσφιξα λίγο περισσότερο το χέρι του στην παλάμη μου...



                                                                  @ Daido Moriyama

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Αριστεία, Αριστοκρατία και ο Βιγκότσκι.



Ήταν αρχές του 2000 όταν τοποθετήθηκα σε ενα Γυμνάσιο στα κάτω Πατήσια για να διδάξω εικαστική αγωγή. 'Ο Χαλίλ ήταν κάπου 6-7 χρόνια στην Ελλάδα. Οι γονείς του είχαν έρθει με εκείνο το μεγάλο κύμα μεταναστών από την Αλβανία. Πίσω στη χώρα τους ο μπαμπάς αν θυμάμαι καλά ήταν γιατρός και η μαμά διευθυντήρια σε δημοτικό σχολείο. Εδώ στην Ελλάδα έκαναν δουλείες άσχετες βέβαια με τις ιδιότητές τους. Μεροκάματα ο μπαμπάς με βαψίματα και τεχνικές εργασίες, καθαρίστρια σε σπίτια η μαμά. Ο Χαλίλ είχε βοήθεια στο σπίτι και από τους δυο γονείς. Κατάκοποι από το μεροκάματο στις σκάλες και στις σκαλωσιές, έμεναν δίπλα του τα βράδια μέχρι αργά για να τον βοηθήσουν στα μαθήματα. Έτσι αν και η μητρική του γλώσσα δεν ήταν τα ελληνικά, στο Γυμνάσιο είχε καταφέρει να διεκδικήσει την σημαία.
Δεν την πήρε φυσικά γιατί ήταν Αλβανός. Και έτσι η Αριστεία του δεν μετρούσε. Εκείνα τα χρόνια ούτε κουβέντα ένας “Ξένος” να κρατήσει σημαία.
Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ τον Χαλίλ γιατί ήταν από τα παιδιά που μου μίλαγαν. Όλα μου τα έλεγε. “Δεν πειράζει !” έλεγε, ακόμα και όταν τον πείραζαν τα ελληνάκια,. “Δεν πειράζει!” είπε και για τη σημαία. Τα μάτια του όμως έδειχναν άλλο. Ματαίωση και θυμό.

Έτσι λοιπόν μεσα σε όλον αυτόν το ντόρο περί Αριστείας τον θυμήθηκα.
Είναι η Αριστεία άραγε Αριστοκρατία; Γιατί το είδα συχνά να γράφεται κάπως έτσι.
Η γνώμη μου είναι πως όχι, γιατί στους άριστους έχουν υπάρξει παιδιά μεταναστών και προσφύγων. Παιδιά Ρομά. Παιδιά εργατών και παιδιά με αναπηρίες, παιδιά από κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Εμείς που δουλεύουμε στα εργατικά προάστια όπως στα Λιόσια, στο Μενίδι, στο Περιστέρι, στο Αιγάλεω, στα Πατησιά, κ.α., τον έπαινο της σημαίας δεν τον δίνουμε στα παιδιά που μένουν στην Εκάλη. Στα παιδιά του εργάτη και του μετανάστη τον δίνουμε.
Έτσι λοιπόν, ξαφνικά εάν δεις την κάθε περίπτωση παιδιού ξεχωριστά, ο έπαινος της σημαίας σταματάει να είναι κριτήριο Αριστοκρατίας.

Όχι δεν είμαι υπέρ της σημαίας.
Για πολλούς λόγους που δεν υπάρχει χώρος να αναλυθούν εδώ.
Όμως δεν μου φαίνεται αρνητικό να παίρνει την αμοιβή του αυτός που εργάζεται.
Και αυτή είναι μια βασική αρχή της μαρξιστικής θεωρίας. Ο εργάτης πρέπει να αμείβεται με την υπεράξια του κόπου του. Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό που απαξιώνει τον κόπο και δίνει την αμοιβή του κόπου σου σε κάποιον άλλον που δεν έχει κοπιάσει.
Είδες που όλα είναι θέμα ερμηνείας τελικά και δεν μπορούν να απαντηθούν με ένα ναι ή οχι;.

Και ο Μαρξισμός και εάν επωφελήθηκε από τους Άριστους.
Τους Άριστους και τους ικανούς τους είχε στην έρευνα. Στα εργαστήρια. Στα πειράματα. Στην Τέχνη. Επένδυε στην συνεχή εξέλιξη των Αρίστων. Όχι για την ψυχή της μανούλας του. Αλλά για να τον υπηρετούν και να τον ενδυναμώνουν. Τους υπόλοιπους τους είχε στη γραμμή παραγωγής και στο χωράφι, ένας ρόλος ο οποίος είναι και αυτός εξίσου σημαντικός.

Ο μεγάλος Βιγκότσκι παιδί του Σοβιετικού μαρξισμού, ο πατέρας της σύγχρονης παιδαγωγικής ήταν μια τέτοια περίπτωση ενός Άριστου μυαλού που υπηρέτησε την επιστήμη της παιδαγωγικής/ψυχολογίας και πήρε διακρίσεις και τιμές από το τότε Σοβιετικό κομουνιστικό κράτος. Γιατί διακρίθηκε ο Βιγκότσκι και κάποιοι λίγοι σαν και αυτόν, σε σχέση με τους υπόλοιπους χιλιάδες συμπατριώτες του, το απάντησε ο ίδιος ο Βιγκότσκι.

Έχει να κάνει με το περιβάλλον που μεγαλώνει ενα παιδί και με το εσωτερικό φορτίο που κουβαλάει (ικανότητες και ιδιοσυγκρασία). Ζώνη Επικείμενης Ανάπτυξης το ονόμασε (ΖΕΑ) που σημαίνει με λίγα λόγια πως όση βοήθεια και αν έχεις, υπάρχει ένα όριο δεξιοτήτων που μπορεί κάθε άνθρωπος να ολοκληρώσει και δεν είναι ίδιο σε όλους. Δεν θα γίνουν όλοι γιατροί. Ούτε καλλιτέχνες. Ούτε έχουν όλοι το ταλέντο σε τεχνικές δεξιοτεχνίες. Η εκπαίδευση (όπως την λαμβάνεις μεσα από τις επίσημες εκπαιδευτικές δομές αλλά και άλλους θεσμούς και πρόσωπα) θα σε βοηθήσει να φτάσεις στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων σου.

Σύμφωνα με αυτή τη θέση μπορούμε να καταλάβουμε λοιπόν πως δεν αρκεί να δώσεις μια σημαία σε κάποιον για να κρατήσει, έτσι ώστε να εξελιχθεί.
Ο Χαλίλ ήταν από τα λίγα τυχερά παιδιά, από τα χιλιάδες που ήρθαν εκείνα τα χρόνια. Είχε ένα περιβάλλον που μπορούσε να τον βοηθήσει να φτάσει στην πληρότητα των ικανοτήτων του. Η σημαία δεν ήταν το ερέθισμα που τον έκανε καλό μαθητή. Ήταν από μόνος του.

Είναι ανόητο και υποκρισία και δείχνει πόσο λίγο ξέρουν την εκπαιδευτική διαδικασία όσοι ισχυρίζονται πως συμβολικές πράξεις μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα κάποιου ή την ποιότητα της εκπαίδευσης που έχει. Αυτό μοιάζει με μαγικό ραβδί. Δεν υπάρχουν τέτοια όμως. Τα προβλήματα της εκπαίδευσης είναι γνωστά. Δεν είναι στην έλλειψη των συμβολικών πράξεων.
Η εκπαίδευση για να είναι αποτελεσματική εξαρτάται από πολύ πρακτικά θέματα. Δώσε στο παιδί καλό φαγητό, καλό ύπνο, ασφαλές περιβάλλον, και θα εξελιχθεί. Η εκπαίδευση δεν επηρεάζεται δυστυχώς καθόλου από συμβολικές πράξεις, καλές προθέσεις και “αγαπησιάρικες” θεωρίες.

Αυτό που πρέπει να κάνει το κράτος είναι να εξασφαλίσει στα παιδιά ευκαιρίες ώστε να φτάσουν στην πληρότητα των ικανοτήτων τους.


Εάν δεν το κάνει τότε υπάρχει πρόβλημα.

Και το πρόβλημα θα συνεχιστεί εάν όλοι εμείς δεν μιλήσουμε για το πρόβλημα, δεν δείξουμε τις πραγματικές ανάγκες αλλά αναλώσουμε τον δημόσιο διάλογο σε όλα τα αλλά.  

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

O Εχσάν, ο Καζαντζάκης και ο Έρωτας.



Έχω έναν φίλο πρόσφυγα. Είναι νεαρός γύρω στα 30. Είναι καλλιτέχνης. Ζωγραφίζει, γράφει. Του αρέσει να τραγουδάει κιόλας.
Είναι στην Ελλάδα κάτι λιγότερο από έναν χρόνο και ήρθε με τους γνωστούς τρόπους και για τους γνωστούς λόγους. Στη χώρα του η Ελευθερία είναι υπό διωγμό.
Μιλάμε συχνά στο chat στα αγγλικά. Όπως και εχθές . Αναφώνησε μόλις έμαθε ότι είμαι από την Κρήτη: “Ω!!! Το σπίτι του Καζαντζάκη! Έχει διαβάσει την Ασκητική. Ένας άλλος συμπατριώτης του είχε μεταφράσει στα Φαρσί το βιβλίο από τα αγγλικά. Θα μεταφράσει και αλλά είπε, κυρίως ποίηση, για να τους βοηθήσει να καταλάβουν την χώρα που τους φιλοξενεί.
Του αρέσει ο Καζαντζάκης γιατί μιλάει για την Ελευθερία και για τον Θάνατο. Τον θεωρεί πολύ Μεγάλο συγγραφέα.
Χάρηκα πολύ και του το είπα: “Στην πατρίδα μου την Κρήτη, ξέρεις Εχσάν, υπάρχουν πολλοί άντρες και γυναίκες στην ηλικία σου που δεν έχουν διαβάσει Καζαντζάκη”.

Ο Εχσάν τις τελευταίες φορές που μιλήσαμε άρχισε να μου ανοίγεται. Με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια που εμείς οι καλλιτέχνες επικοινωνούμε μεταξύ μας, σε μια κοινή γλώσσα και σε μια κοινή αποδοχή. Τίποτε από ότι ειπωθεί μεταξύ μας ξέρουμε πως δεν θα φανεί πολύ παράξενο. Έτσι είναι οι παράξενοι καλλιτέχνες. Σπάνια ξαφνιάζονται.
Του έκανα διάφορες ερωτήσεις..για την θέση της Τέχνης στην χώρα του, για τις σχέσεις , για τον έρωτα..για να καταλάβω τις δυσκολίες στην εκεί ζωή του.

-“Ίσως σου φανώ παράξενος. Αλλά εσείς δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο πολύ καταπιεζόμασταν.
Μας απαγορεύανε να μιλάμε, πολύ περισσότερο να βρεθούμε με μια γυναίκα που δεν ήταν η σύζυγος μας στον ίδιο χώρο. Ίσως σου φανώ παράξενος εάν σου πω πως είχα μια κούκλα , μια Μπάρμπι για να της μιλάω. Την έβαζα στο τραπέζι για να τρώμε μαζί... ή σε ενα μαξιλάρι δίπλα μου για να δούμε τηλεόραση. Δεν μπορείτε να καταλάβετε πόση ήταν η καταπίεσή μας. Πόση ήταν η μοναξιά μας”.

-” Ερωτεύτηκες ποτέ Εχσάν; Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω εάν βρέθηκες ποτέ ερωτικά με μια γυναίκα;

-”Όχι!” ήταν η απάντησή του. “Θα μου δημιουργούσε πολλά προβλήματα εάν το έκανα. Το ίδιο και στην κοπέλα!”

-”Υπάρχουν εκεί γυναίκες όπου μπορείτε να πληρώσετε όμως”.

-”Ω! Ποτέ δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό. Να πληρώσω για να με αγαπήσουν για λίγο; Όχι ποτέ. Όχι εγώ. Δεν μπορώ. Στην πατρίδα μου οι ερωτικές σχέσεις με τις κοπέλες γίνονται μέσω του chat, με μηνύματα και από το τηλέφωνο. Απαγορεύεται να αγγίζουμε. Αλλά αυτό μάλλον δεν μπορείτε να το καταλάβετε εσείς.”

Καληνύχτισα μετά από λίγο τον Εχσάν και έπεσα να κοιμηθώ.

Η συζήτηση μας συνέχισε να μου “κλωτσάει” το μυαλό.
Δυσκολευόμουν να κοιμηθώ.
Μια βαθύτατη θλίψη με κάλυψε.
Σηκώθηκα για να γράψω αυτές τις γραμμές.

Απαγορεύεται να αγγίζουμε..
Δεν θα καταλάβετε εσείς....

Η μεγαλύτερη επινόηση του “συστήματος” για να μας εχουν δέσμιους, είναι  να μας κρατάνε μακριά από την επαφή...από το σώμα. Δεν είναι η ανταλλαγή των υγρών... Δεν είναι η ανταλλαγή των ψιθύρων που μόνο οι εραστές μπορούν να ακούν...Και δεν μιλάω για την ασυδοσία.. Είμαι κατά της ασυδοσίας γιατί ακόμα και αυτη μπορει να γίνει δεσμά. Δεν είναι το σώμα από μονο του που θα σε ελευθερώσει. Μιλάω για την συντροφικότητα. Την μεγαλύτερη εγγύτητα..Την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ..την βαθύτερη επικοινωνία που μπορείς να έχεις με έναν άλλον άνθρωπο.
Οι θρησκείες και η ασυδοσία κατέστρεψαν αυτήν ακριβώς την εγγύτητα.
Κατέστρεψαν την ελευθερία μας να ερχομαστε ο ένας κοντά στον άλλον.

Και η αλήθεια είναι ότι καταλαβαίνω πολύ περισσότερα Εχσάν. Οι δικές μας θρησκείες, οι παλαιές και οι σύγχρονες έχουν καταφέρει ότι έκανε το ακραίο Ισλάμ σε εσένα και στους άλλους άντρες και γυναίκες της πατρίδας σου.
Εσάς κινδυνεύει η σωματική ακεραιότητά σας εάν παραβιάσετε τα όρια και τις φυλακές που σας έχουν βάλει. Είναι αληθινά τα όρια αυτά. Κινδυνεύει η ζωή σας αν τα παραβιάσετε.

Εμείς εδώ όμως Εχσάν, οικειοθελώς χωρίς κανέναν κίνδυνο να απειλεί τη ζωή μας, έχουμε θυσιάσει την εγγύτητα.
Και την έχουμε ανταλλάξει με βραδινά ερωτικά chat και καυλωτικούς ψιθυρους στο τηλέφωνο με ανθρώπους που δεν θα αγγίξουμε ποτέ. Που δεν θα φάμε ποτέ μαζί τους στο ίδιο τραπέζι. Που δεν θα δούμε ποτέ μια ταινία μαζί, αγγίζοντας ο ένας το σώμα του Άλλου.

Γι αυτο και δεν είμαστε Ελεύθεροι.

Καληνύχτα Εχσάν.

Ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει ποτέ.