Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Παιδική βία: δεν έτυχε. Πέτυχε.



Δημήτρης ήταν ένας μαθητής μου της Δ` Δημοτικού. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που σε έκαναν να σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Αυτό το παιδί μας είχε φέρει όλους σε αδιέξοδο. Ότι παιδαγωγική προσέγγιση και οποια επικοινωνιακή τεχνική γνωρίζαμε στο σχολείο, την είχαμε δοκιμάσει. Στα τέσσερα χρόνια που φοιτούσε, μια πληθώρα από ειδικούς μπαινοβγαιναν στο σχολείο και στη ζωή του Δημήτρη για να τον βοηθήσουν και μαζί με αυτόν κι εμάς. 
Ο Δημήτρης προσωπικά με είχε ματαιώσει πραγματικά γιατί συνήθως τα “παραβατικά” παιδιά στα μαθήματα της Τέχνης βρίσκουν τη θέση τους στην ομάδα. Όχι ο Δημήτρης. Η ρουτίνα της σχολικής ζωής με αυτό το παιδί ήταν ένας Γολγοθάς για τον  δάσκαλο που δεν έκανε ποτέ μάθημα, αντίθετα  κυνηγούσε  τον Δημήτρη για να μην κάνει καμια παλαβομάρα, όπως τότε που ειχε ανέβει στο κάγκελο στην κουπαστή στον 2ο όροφο και προσπαθούσε να κάνει ισορροπία. Αλλες φορές η απρόβλεπτη και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Δημήτρη είχε ως αποτέλεσμα να σπασει τα δάχτυλα στο χέρι ενός συμμαθητή του αφού του τα συνεθλιψε ανάμεσα σε δυο θρανία. Όλοι αυτοι οι  ειδικοί Ψ, είχαν αποφανθεί πως το παιδί πάσχει από "Διαταραχές ελέγχου παρορμήσεων και συμπεριφοράς" . Και μέχρι εκεί ήταν ο ρόλος τους.
Εκτός από αυτό το “σχολικό τρελόχαρτο” που καθήλωνε τη ζωή του,  ο Δημήτρης είχε και δύο γονείς που ήταν σε άρνηση των θεμάτων του. Ο μπαμπάς απών γενικά, με μια παθητική αλλά χειριστική μαμα να προσπαθει να ρίξει συνεχώς το φταίξιμο σε άλλους. Αν και η μαμα ειχε κακοποιηθεί σωματικά περισσότερες απο μια φορες απο τον Δημήτρη και μια φορά την είχε σπρώξει στις ρόδες ενός αυτοκινήτου ενω περπατούσαν στον δρόμο, οταν οι δάσκαλοι εισηγήθηκαν μεταφορά του σε ειδικό εκπαιδευτικό περιβάλλον, εκείνη αντέδρασε με απειλές και φυσικά δεν συναίνεσε ποτέ. Το “κατηγορώ” της ήταν ότι έφταιγαν εκείνοι  που δεν ηξεραν παιδαγωγικά  και δεν είχαν καταφέρει να βρουν τα κουμπιά” του Δημήτρη. Τα κουμπιά του φαίνεται πως και άλλοι δεν είχαν καταφέρει να τα βρουν για αυτο και ο Δημήτρης δεν ήταν ποτέ προσκαλεσμένος στα παιδικα πάρτι των συμμαθητών του. Αν κάποιος δάσκαλος ύψωνε λίγο περισσότερο τη φωνή του στον Δημήτρη, αν και η υψωμένη φωνή φαίνεται πως είχε κάποιο αποτέλεσμα, η μαμα του Δημήτρη θα ερχόταν έξαλλη με την μικρή ποντικίσια φωνή της, για να κατηγορήσει τον δάσκαλο για “κακοποίηση”. Έπεσαν και κάτι τηλεφωνήματα από τα ψηλά γραφεία και από τότε, κανένας δάσκαλος  δεν τα έβαλε ξανα με τον Δημητράκη .
Αυτη δεν είναι η μοναδική αρνητική διάσταση της ιστορίας όμως. Ο Δημήτρης απολάμβανε την παντοδυναμία του και ήξερε πως με τις συμπεριφορές αυτές  μπορούσε να χειριστεί μεγάλους ανθρωπους, τον Διευθυντή και ένα ολόκληρο σχολείο. Αυτό το είχαν καταλάβει και κάποιοι συμμαθητές του που είχαν μαζευτεί τριγυρω του, οι οποίοι  αν και δεν είχαν “τρελοχαρτο”, ανέπτυσσαν και εκείνοι τις ίδιες συμπεριφορές. Ο Δημήτρης και οι φίλοι του λοιπόν είχαν την παντοδυναμία να μιλήσουν όπως θέλουν και να κάνουν ότι θέλουν στο σχολείο. Και στους συμμαθητές τους.
Δεν ξέρω τι θα γίνει ο Δημήτρης μόλις μεγαλώσει. Αν και οι ειδικοί λενε πως μπορουν να “μαντέψουν” την εξέλιξή του που θα είναι μια ζωή παραβατική, αυτοκαταστροφική .
Αν φτάσει μέχρι το Γυμνάσιο ο Δημήτρης μάλλον θα είναι απο εκείνα τα παιδια που κακοποιούν λεκτικά, και όχι μονο, τον μετανάστη ή τον Λοατ συμμαθητή τους. Και κάποια στιγμή μπορεί το γεμάτο βία μάτι και στόμα του Δημήτρη να πέσει πάνω σε ένα άλλο παιδί που και αυτό με τη σειρά του θα έχει τα δικά του θέματα. Ίσως σε αυτό το παιδί κάποιοι άλλοι Ψ να του δώσουν το δικό του “σχολικό τρελόχαρτο” που θα γράφει πάνω “αυτοκτονικός ιδεασμός”. Και αυτό το παιδί επειδη δεν θα ξέρει άλλον τρόπο να αποβάλει όλη αυτην  την βία του Δημήτρη που εισέπραξε , θα την εκφράσει με έναν αλλον πιο βίαιο ακόμα τρόπο: Καταστρέφοντας τον εαυτό του . Η απόλυτη πράξη βίας.
Με τετοια  παιδιά και από τις δύο κατηγορίες, είναι γεμάτα τα σχολεία μας. Ιδιαίτερα σε αυτά τα χρόνια τα δύσκολα της οικονομικής και ψυχικής ανέχειας,  τα παιδια ξεκινουν την παιδική ηλικία με ένα βάρος δυσβάσταχτο. Που δεν ειναι δικό τους. Είναι των γονιών τους και μια κοινωνίας ολάκερης που δεν κατέχει μήτε μέλλον μήτε ταυτότητα.

Μέσα σε όλο αυτο το δύσκολο σκηνικό που εξελίσσεται σχεδόν σε όλα τα ελληνικά, δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, συμβαινουν παράλληλα τα εξής δυο παράδοξα:
Σε κάθε είδηση που αφορά αυτό που ονομάζουν bullying, η κοινωνία σύσσωμη θα αγανακτήσει για το φαινόμενο και θα στησει  κρεμάλες και ψοφα στα social media για τους δασκάλους των παιδιών που έμειναν "άπραγοι". Και ενω θα αγανακτεί για τη βια που εκφράζεται από τα παιδια, την επόμενη μέρα θα αναρτήσει στον τοίχο της, αναρτήσεις με όλους εκείνους τους επαναστατικούς νταήδες τιμωρούς και θα ψοφήσει ιντερνετικά όσους δεν έχουν τις δικές της πολιτικές, ηθικές, διατροφολογικές κ.α. απόψεις . Και θα απορεί και θα ρίχνει στάχτη πένθους στα μαλλιά για το που στο καλό άραγε εμφανίστηκε όλη αυτή η βια σε μικρά παιδάκια;;;

Από την άλλη ένα αλλο παραδοξο συμβαινει για να δειξει με παταγο  πόσο υποκριτές είμαστε. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί εκατοντάδες εταιρείες ψυχικής υγείας , προγράμματα, έρευνες, project κ.α με σκοπό την πάταξη του bullying. Πολλά χιλιόμετρα μηδενικά σε ευρώ και επιδοτήσεις έχουν κατασπαταληθεί για βιωματικά παιχνιδια σε ειδικες προσεγγίσεις ειδικών, εμψυχωτών, γιατρων, παραγιατρών, ερευνητών και λοιπών, οι οποίοι εχουν παρεισφρήσει στο σχολείο για να δειξουν τον τρόπο "σωτηρίας" στους δασκάλους. Προφανώς και δεν είναι αποτελεσματικός ο τρόπος τους. Γιατί; Γιατί δε γίνεται με ψυχοφάρμακα μα μήτε με βιωματικές χειροτεχνίες να θεραπεύσεις τη βία. 
Μόνο ένα είναι το φάρμακο.Τα όρια. Το λέμε και το ουρλιάζουμε κάποιοι δάσκαλοι και κουνούν απαξιωτικά το κεφάλι αυτοι απο τις εταιρείες που σε θεωρούν "αυταρχικό" επειδη θα χρησιμοποιήσεις το καρεκλάκι της σκέψης στην τάξη σου.  "Μα φυσικά!" θα σου πει η προοδευτική μανούλα , ότι , ναι...θελει όρια το παιδι, για να μεγαλώσει σωστά, αλλά την ίδια στιγμή θα κάνει λαικ στις μανούλες του Facebook που αναρτούν πρόσωπα και ονόματα  δασκάλων και τους απειλούν με μηνύσεις, που τόλμησαν και έβαλαν για 5 λεπτά στην καρέκλα της σκέψης τον Δημητρακη επειδή συνέθλιψε τα δάχτυλα του συμμαθητή του.Χωρίς ποτέ να αναρωτηθεί κανείς  γιατι ο Δημητράκης συνθλίβει στα 9 του, δάχτυλα ανθρώπων.
Και θα συνεχίσει να το κάνει. Σε κάθε ηλικία, με κάθε προκάλυψη και πρόφαση και τρόπο.
Γιατι αυτή η υποκριτική κοινωνία του έχει επιτρέψει να το κάνει.
Θα το κάνει γιατι μπορει.









Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Δέκα παιδιά αφημένα στον ήλιο



Αυτές οι εφτά ημέρες είχαν ένα παράξενο φως και έφεραν μια μυστική  οσμή σαν και αυτή που  αναδύεται με εναν μεταφυσικο τρόπο από τις περιγραφές των καλοκαιριών  στα μυθιστορήματα. Είχαν την αίσθηση  από εκείνες τις ιστορίες, όπου οι ήρωες κάνουν  αναδρομές στην παιδική ηλικία για να αφηγηθούν εκείνα τα περιστατικά που τους σημάδεψαν τη ζωή. Εκείνες τις ιστορίες που μικρά  και αθώα γεγονότα γίνονται η ουσία και το στίγμα και καθορίζουν ανεπιστρεπτί τη ζωή των ηρώων. Ισως να το έχετε προσέξει αλλα οι συγγραφείς συνηθως ξεκινουν στο πρώτο κεφάλαιο της βιωματικής τους αφήγησης με την περιγραφή ενός παιδικού καλοκαιριού. Ενός  καλοκαιριού όπου μια σειρά από γεγονότα επηρέασαν τις επιλογές και την πορεία μια ολόκληρης ζωής.
Ενα τέτοιο καλοκαίρι, ήταν για αυτά τα 10 κορίτσια από το  Αφγανιστάν. Κάποια έφυγαν απο την πατρίδα μαζί με την οικογενεια για να σώσουν κάποιον ανήλικο αδερφό που ήθελαν οι Ταλιμπάν να στρατεύσουν. Άλλα για να ενωθούν με τον χαμένο πατέρα. Άλλα για να αλλάξουν τη μοίρα τους. Άλλα για να μάθουν γράμματα.
Οι διακοπές αυτές ήταν μια κάπως βίαια ή έστω απότομη ένταξη σε έναν τρόπο ζωής που δεν ήξεραν και δεν μπορούσαν να φανταστούν πως υπάρχει  για ένα κοριτσι-παιδί. Κι εμείς τα ενθαρρύναμε σε αυτο το καινούριο και τα αφήναμε να βάφονται, να στολίζονται σαν μεγάλες γυναίκες  και όλα τα απογεύματα είχαν γίνει  μια ιεροτελεστία απο γαλλικές πλεξούδες, κόκκινα μάγουλα και φούξια λαμπυρίζοντα κραγιόν. Ο καθρέφτης έγινε σε αυτά τα απογεύματα ένας παιδοψυχολόγος όπου χάραξε βαθιά στο ασυνείδητο των παιδιών αυτών, την εικόνα μιας χαμογελαστής  γυναίκας. Μιας γυναίκας που επιτρεπόταν να  είναι ο εαυτος που θέλει εκείνη. 
Και μετά τον καθρέφτη, τα δαντελωτά φορέματα μαζί με τις μικρές αυτές νύφες, ξεχύνονταν με φασαρία στα σοκάκια του νησιού. Σε αυτό το μαγικό νησί τα κορίτσια μπορούσαν να χορέψουν στους δρόμους και να τραγουδήσουν. Κανένας Θεός, μήτε άνθρωπος δεν θα τις καταδίκαζε γι αυτό.
 Αυτό ήταν ένα ιερό καλοκαίρι όπου ανακάλυψαν το σώμα εκείνο, το οποίο φυλάνε οι γονείς τους και ο Θεός τους κάτω από πολλά στρώματα υφασμάτων και ιδρώτα. Ένα νέο σώμα που αγνοούσαν μέχρι αυτές οι μέρες του καλοκαιριού να έρθουν και να το υποχρεώσουν να αποκαλυφθεί.
Σε αυτές τις 7 ημέρες τα είδα να πετάνε τη τσιχάμπ τους απ το πρώτο λεπτό. Να φοράνε το μαγιό που τους είχαμε αγοράσει, δειλά στην αρχή με ένα παντελόνι, αργότερα χωρίς αυτό  και μετά  μαγεμένα να γεύονται για πρώτη φορά το αλάτι την μάνας θάλασσας και να βουλιάζουν χωρίς φόβο στην ζεστή  άμμο. Ολες οι αισθήσεις τους ήταν σε εγρήγορση. Ο άνεμος χάιδευε τα μαλλιά τους, τα ελεύθερα μαλλιά τους και τα ειδα να καλπάζουν πάνω σε ρηχά νερά και να κυνηγούν την σκιά τους στο βυθό..Τα είδα εκστασιασμένα να αναφωνούν “ψάρι” ή να φέρνουν στο στόμα τους το αλμυρό νερο για να το  πιουν λαίμαργα. Τα είδα κρυφά να ατενιζουν στα βαθιά μπας και διακρίνουν την πανεμορφη γοργόνα και μετά αποκαμωμένα από το παιχνίδι να απλώνουν τις πετσέτες στη σειρά για να ξαπλώσουν το ένα δίπλα στο άλλο.  Το κάποτε τυλιγμένο και επτασφράγιστο  κορμί τους αφηνονταν εκει....κάτω από το βλέμμα του Πατέρα ήλιου. Εκεί χωρίς φοβο Χωρίς ενοχές. 
Και εκει κάποιες τιράντες άρχισαν να χαλαρώνουν και να πέφτουν  και κάποιες πλάτες να ελευθερώνονται για να μην αφήσουν σημάδι στο δέρμα. Και εκει σαν νεογέννητα μωρά, κάποια τα έπαιρνε ο υπνος. Καποια σιγοτραγουδούσαν ένα ινδικό τραγούδι αγάπης. Αλλα εχωναν τα ακρα τους βαθιά στην αμμο. Και εκει εμεναν γαντζωμένα. Σε εναν νέο κόσμο ελευθερίας. Σε ένα νέο κόσμο γνώσης. Και επίγνωσης του κορμιού. Του ωραίου αυτού κορμιού που ο Θεός των ανθρώπων έπλασε για να ειναι ελεύθερο. Να αγαπιέται, να δέχεται σεβασμό και να το αγκαλιάζει ο ίδιος, με το πνεύμα του που ζει μέσα στην αλμύρα, μέσα στον άνεμο και μέσα στο φως.

Υστερα από αυτές τις 7 ημέρες το μέλλον αυτών των κοριτσιών έχει αλλάξει.
Είμαι σίγουρη πως έχει αλλάξει.



Για 7 ημέρες ομάδα 10 κοριτσιων ηλικίας 9-11 και μια έφηβη 14 χρονών φιλοξενήθηκαν μαζι με 3 συνοδούς, στο όμορφο νησι της Σιφνου. Είναι η δεύτερη φορά. Πως,που, ποιος, θα δείτε: ΕΔΩ



Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Δύο παιδιά από τη Μπαγκλάν

Afgan Village boy/from Tracys Gallery Box

O M. και η Α., είναι δύο έφηβοι από το Αφγανιστάν. Ήρθαν τις τελευταίες ημέρες στο καταυλισμό. Ταξίδεψαν από τη Μπαγκλάν, μια πόλη βόρεια του Αφγανιστάν. Στην πόλη τους στα αρχαία χρόνια, είχαν φτάσει  Έλληνες και ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ξεκουραστεί. Το ήξεραν τα παιδιά αυτό. Όπως ήξεραν και πολλά άλλα. Τα αγγλικά τους είναι άψογα και η ευγένεια και η χάρη τους σε μαγεύει. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν το στερεότυπο που έχουμε για τους Αφγανούς. Το κορίτσι φόραγε ένα εφαρμοστό τζιν με αρβυλάκια και με τόλμη τίναζε τα μαλλιά της ελεύθερα στον αέρα σαν ατίθασο άλογο. Όταν της έδειξα μια φωτογραφία από την προγιαγιά μου , ξαφνιάστηκε καθώς δεν ήξερε ότι ακόμα και σε Δυτικές χώρες οι γυναίκες φορούσαν τζιχάμπ.

Μιλάω πολύ μαζί τους από τη στιγμή που τους γνώρισα. Ξέρουν πολλά και δείχνουν να θέλουν να μάθουν περισσότερα. Και δεν είναι τυχαίο. Η εκπαίδευση για την οικογένειά τους έπαιζε σημαντικό ρόλο. Ο μπαμπάς αντιφρονούντας στρατιωτικός, αντιδραστικός προς τους Ταλιμπάν, έφερνε κρυφά δάσκαλο στα παιδιά του, έναν φωτισμένο νεαρό άντρα και πολυταξιδεμένο για να τους μάθει να γράφουν, να διαβάζουν και να τους διδάξει  την Αλήθεια ότι σε κανέναν Θεό, μήτε σε άνθρωπο επιτρέπεται να σου κλέψει την Ελευθερία. Σε αυτό το κρυφό σχολειό πάνω στο χαλί του σπιτιού τους στη Μπαγκλάν, έμαθαν να αγαπούν τα βιβλία. Διαβάζουν ακόμα και την Αγία Γραφή, αν και αισθάνονται μουσουλμάνοι. Εκεί στα βιβλία και με τον φωτισμένο δάσκαλο έμαθαν πως ο χριστιανισμός και ο μωαμεθανισμός είναι μια  θρησκεία με κοινές ρίζες. Elena! Να διαβάσεις κι εσύ το Άγιο Κοράνι για να καταλάβεις πως η θρησκεια μας μιλάει για αγάπη και σεβασμό όπως και η δική σας!”, μου είπε τρυφερά η Α.

Μιλάω πολύ μαζί τους γιατί ο λόγος τους είναι αρτυμένος με χάρη, με κινήσεις και με μια θεατρικότητα που σε κερδίσει αμέσως.

Η χάρη σκοτείνιασε, όταν άρχισαν να μιλούν για το πως οι Ταλιμπάν αποδεκάτισαν την οικογένειά τους.
Αρχικά έστειλαν μήνυμα στον πατέρα ότι τους “χρωστάει” έναν στρατιώτη για να ενταχθεί στους μαχητές τους. Ο μικρός αδερφός, τότε 14 χρονών,φυγαδεύτηκε μέσα στην νύχτα από τον ίδιο τον πάτερα για να σωθεί. Ένα μικρό αγόρι με ένα σακίδιο στην πλάτη έφυγε τρέχοντας για να σωθεί από μια μοίρα που τον περίμενε γεμάτη θάνατο και οργή. Από τότε έχουν περάσει 2 χρόνια. Η οικογένεια έχει χάσει τα ίχνη του. Κάποιοι γνωστοί τους είπαν πως τον είδαν στη Γερμανία σε κάποιο σχολείο. Ο Ερυθρός Σταυρός τον αναζητά από τότε και ελπίζουν να βρεθεί σύντομα.

Υπάρχουν και άλλες 2 μεγαλύτερες αδερφές. Η μια βρίσκεται με τον πατέρα στην Τουρκία και δουλεύουν μαζί σε μια φάρμα. Καλλιεργούν την γη.
Η άλλη αδερφή σκοτώθηκε. Μια σφαίρα εξοστρακίστηκε και την σκότωσε. Έτσι απλά το ανέφεραν τα παιδιά και αμέσως άλλαξαν θέμα προς συζήτηση. Ήταν μια ακόμα παράπλευρη απώλεια.

Ο Μ. και η Α. μιλάνε για την Ελλάδα για το πόσο την αγάπησαν και πως ενα κομμάτι τους θα μείνει για πάντα εδώ. Θέλουν να εγκατασταθούν στην Γερμανία αλλά ο Μ. έχει υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα γυρίσει στην Ελλάδα για να σπουδάσει. Θέλει να σπουδάσει φιλοσοφία εκεί που γεννήθηκε η φιλοσοφία.

Όταν ήρθαν στον καταυλισμό στην αρχή δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για το σχολείο γιατί νόμιζαν πως αφορούσε σε μαθήματα μέσα στον καταυλισμό. Όταν κατάλαβαν πως επρόκειτο για κανονικό σχολείο η Α. είπε πως ένιωσε την καρδιά της να φτερουγίζει. Κανονικό σχολείο; Με αίθουσα; Με θρανία; Με παιδιά, αγόρια και κορίτσια μαζί; Με δάσκαλο;
Γράφτηκε την Παρασκευή. Ούτε αυτή ούτε ο αδερφός της έκλεισαν μάτι για 2 ολόκληρες νύχτες το Σαββατοκύριακο. Το είπαν στον Πατέρα στο τηλέφωνο. Ούτε κι εκείνος ειπαν κοιμήθηκε εκείνο το σαββατοκύριακο. Για πρώτη φορά στη ζωή τους θα πήγαιναν σχολείο.

Με κάλεσαν στο caravan τους προχθές. Και μου έφτιαξαν καφέ. Όχι τσάι. Επειδή ξέρουν πως στους Έλληνες δεν αρέσει τόσο πολύ το τσάι. Και με κέρασαν και κουλούρια που είχε φτιάξει η μαμά.
Έβγαλα τα παπούτσια και καθίσαμε στο χαλί σαν σε κύκλο με τη μαμά από απέναντι να μου στέλνει φιλάκια με την παλάμη της.

Και μιλήσαμε ξανά πολύ.
Και η κουβέντα ήταν αρτυμένη. Με αλάτι και μπαχάρια της ανατολής, με αγάπη, με σεβασμό και με ελευθερία


(Ευχαριστώ).

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Όλα θα πάνε καλά.

Οι περίοδοι της ξηρασίας είναι δυσκολες. Αλλά είναι απαραίτητες. Η ωριμότητα σε βοηθάει να επιβιώνεις. Η ξηρασία στα νεανικά τα χρόνια σε εκείνα δηλαδή τα χρόνια που είσαι εξαρτημένη από το συναίσθημα, ήταν ολέθρια. Τώρα έμαθες να περιμένεις. Και περιμένεις και επικρατεί μέσα σου η βεβαιότητα πως αυτό θα κάνει τον κύκλο του και θα σε φέρει σε έναν καινούριο τόπο. Δεν συγκρούεσαι με το πάτωμα πια. Απλά στέκεσαι. Ίσως και να κλείνεις  λίγο τα μάτια και να σφίγγεις τις γροθιές ή να δαγκώνεις τα χείλη για να περάσει ο πόνος.Αλλά επιβιώνεις. Όχι δεν επιβιώνεις. Στέκεσαι. Αλώβητη.
Στα χρόνια εδώ που εφτασες ευχαριστείς τον Θεό σου που σε έμαθε να στέκεσαι και να βιώνεις τον πόνο. Ολόκληρον τον έζησες και δεν τον έκρυψες ούτε τον κουκούλωσες. Και το μελανό τρένο της θλίψης όταν έρχεται κατά πάνω σου για να σε κατασπαράξει, εσύ έχεις μάθει να αρπάζεσαι από τα πλευρά του και να αφήνεσαι στο μανιακό του τρέξιμο. Έχει πάψει να σε τρομάζει και κατά βάθος ξέρεις ότι είναι κάτι που πια απολαμβάνεις κάπως.  Απολαμβάνεις και επαίρεσαι. Ξέρεις πολλούς που νίκησαν την κατάθλιψη αγκάλιαζοντάς την;
Ετσι είναι η ωριμότητα. Δεν είναι μόνο ρυτίδες και παραπανίσια κιλά που δεν μπορείς να ξεφορτωθείς. Είναι οι νίκες οι μικρές και οι μεγαλύτερες οι πιο εσωτερικές που σε χουν σμιλεύσει.
Και σε ετοίμασαν για τα επόμενα που ήδη βλέπεις να έρχονται, στην επόμενη στροφή, από την πλάτη του τέρατος που λέγεται Θλίψη.


Emmet Gowin - Photographs 1976

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Ο Μπαμπά Νοέλ, η Φατιμά και η Ελπίδα

-Μπαμπά Νόελ; Κουτσίκ;

Μια Αφγανή μητέρα με σταμάτησε στο διάδρομο και μου έκανε αυτήν την παράξενη ερώτηση;
Δεν την κατάλαβα αμέσως, αλλά για καλή μου τύχη περνούσε ο Μοχάμμαντ ο διερμηνέας εκείνη τη στιγμή.

-Σε ρωτάει εάν θα φέρετε τον Άγιο Βασίλη να παίξει με τα παιδιά στη σχολική γιορτή που ετοιμάζετε.

- Μα εμείς προσπαθούμε να κρατήσουμε το θρησκευτικό στοιχείο έξω από τις δραστηρίοτητες και τις σχολικές γιορτές, είπα στον Μοχάμμαντ.

-Τους αρέσουν πολύ τα Χριστούγεννα. Παίρνουν το λεωφορείο για να κανουν μια διαδρομή  1,5 ώρας,  απλά για να βρεθούν στο κέντρο της Αθήνας, να ακούσουν τη μουσική από τα μεγαφωνα, να χαζέψουν τα λαμπάκια και τον στολισμό στους δρόμους και στις βιτρίνες. Τους αρέσουν πολύ όλα αυτά.

Κράτησα για μέρες αυτόν τον μικρό διάλογο μέσα στο μυαλό μου. Ποια στάση έπρεπε να κρατήσω; Επικριτική απέναντι στην αισθητική μιας θρησκευτικής γιορτής που έχει δελεάσει του αθώους πρόσφυγες αν και τόσο πολύ έχει απορριφθεί από τους “σκεπτόμενους και εναλλακτικούς” δυτικούς ; Να κρατήσω μια ψυχρή ουδέτερη στάση απέναντι στην επιθυμία τους να αλληλεπιδράσουν με τη δική μας θρησκεία και τα δικά μας έθιμα; Μήπως να τους μιλήσω για την επιφανειακή διάσταση μιας λαμπερής γιορτής, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια προκάλυψη του καταναλωτισμού; Να τους πείσω να μείνουν μακριά από το βάσανο της θρησκείας; Ή μηπως να τους αναλυσω πώς τα Χριστούγεννα είναι ένα Τέρας, γέννημα του καπιταλισμού;

Μετά την ίδια μέρα, ήρθε η μικρή 10χρονη Φατιμά και μου χάρισε ενα δώρο.
-Για εσένα. Για τα Κριστούγκενα! είπε.

Ήταν ένα άδειο κουτάκι τυλιγμένο με κόκκινο βελούδο και χρυσή κλωστή. Αυτό το άδειο στολισμένο κουτί ήταν το δώρο της για εμένα και μου το έδωσε με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό.
Και μεσα σε αυτές τις δυο ιστορίες είδα την προσπάθεια αυτών των κατατρεγμένων ανθρώπων, να ενταχθούν σε μια νέα ζωή και σε έναν νέο πολιτισμό. Δεν είναι ο Μπαμπά Νόελ ..δεν είναι το δέντρο ή ο Ρούντολφ , που είναι σημαντικά για αυτούς τους ανθρώπους. Είναι κάτι άλλο. Είναι η χαρά που νιώθουν μετά από τόσο καιρό.

Μετά θυμήθηκα πως στις χώρες από τις οποίες έρχονται αυτοί οι άνθρωποι, η χαρά είναι απαγορευμένη. Ειδικά για τους Αφγανούς. Ειδικά για τις γυναίκες. Οι ευπρεπείς γυναίκες δεν πρέπει να χαίρονται. Δεν πρέπει να γελάνε. Ούτε καν να χαμογελάνε σε δημόσιους χώρους. Μα και για τα παιδιά τα ίδια είναι κάτι άγνωστο και απαγορευτικό. Μεσα στον πόλεμο και στην σκόνη του πολέμου, που να βρεις χρόνο για να κάνεις ένα παιδί να γελάσει;
Από τη δική τους τη ματιά, όλα αυτά είναι καινούρια. Και πρωτόγνωρα. Και σημαντικά. Ένας καινούριος τόπος όπου είναι ασφαλές να περπατάς στο δρόμο με ενα χαμόγελο . Ένας τόπος όπου είναι ασφαλές να χαίρεσαι και να γελάς με την καρδιά σου χωρίς αυτό να ερμηνευθεί ως ασεβεια προς κάποιον Θεό ή άνθρωπο. Να γελάς χωρίς να κινδυνεύει η ζωή σου.

Αν το κοιτάξεις με λιγότερο θυμό, τελικά ο κόσμος μας δεν είναι και τόσο ασχημος. Ο κόσμος μας αυτές τις μέρες μοιάζει σαν ενα παιδικό παιχνίδι δραστηριοτήτων. Με υφές, ήχους και χρώματα. Ενα καρουσέλ με στολισμένα αραβικά άλογα είναι ο κόσμος μας αυτές τις ημέρες και αυτοί οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να καλπάζουν..

Και σκέφτηκα.
Εμείς γιατί χάσαμε αυτήν την χαρά;
Κάπου χαθήκαμε.
Που χαθήκαμε. ; Στην απληστία και στην κατανάλωση των υλικών ή στην απληστία και στην κατανάλωση των συναισθημάτων;
Γιατί δεν αρκούν μια σειρά από άσπρα λεντάκια ή ένα χαρούμενο τραγούδι που μιλάει για ελπίδα και ειρηνη στον κόσμο, για να χαρούμε;

Γιατί χαθήκαμε. Στις τόσες αναλύσεις επί των αναλύσεων..των συναισθημάτων μας... των καταστάσεων...της ζωής της ίδιας. Και προτιμούμε να εγκλωβιζόμαστε μεσα στις ερμηνείες. Στις πολιτικές, κοινωνικές, ψυχοδυναμικές, ψυχαναλυτικές, συστημικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές ερμηνείες.
Αν είναι ο καπιταλισμός πίσω από τα λαμπάκια ίσως να μην έχει και τόση σημασία. Μέχρι να αντικατασταθεί, αν αντικατασταθεί με κάτι λιγότερο καπιταλιστικό και με κάποια άλλη δραστηριότητα που θα κάνει τους ανθρώπους να χαίρονται σαν παιδιά , ας κρατήσουμε τη σκέψη και το προνόμιο αυτό, ότι βρισκόμαστε στην τυχερή πλευρά του πλανήτη όπου μπορούμε να περπατήσουμε ελεύθερα χωρίς να κινδυνεύει η ζωή μας, πάνω σε ενα δρόμο φωτισμένο που λαμποκοπάει με μουσικές και χαρούμενες φωνές.

Ας το κάνουμε όπως εκείνοι.
Ας πάρουμε ενα λεωφορείο που θα μας φέρει στον κέντρο της Αθήνας
Και ας σταθούμε μπροστά σε μια άχαρη κατασκευή που μοιάζει με δέντρο και ας χαμογελάσουμε.
Και ας πούμε ευχαριστώ που μπορούμε να γελάμε, να περπατάμε και να αναπνέουμε ελεύθεροι μέσα σε αυτούς τους βρόμικους δρόμους.

Και νομίζω πως εάν το κάνουμε αυτό, πως ίσως και να αλλάξουμε.
Και γίνουμε έτοιμοι.
Και πιο δυνατοί.
Και νομίζω πως με αυτόν τον τρόπο θα αρχίσομε να έχουμε ελπίδα .
Πως ίσως νικήσουμε κι εμείς.

Τους δικούς μας πολέμους.


Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Ο Χουσεΐν και ο σκύλος


Ο φύλακας της βάρδιας μόλις κατάφερε μεσα στο Κυριακάτικο σούρουπο να διακρίνει το φορτηγάκι των τσιγγάνων. Άνοιξαν την πόρτα και τον άφησαν προσεκτικά στη νησίδα του δρόμου. 'Ότι δεν πουλιέται στο παζάρι των ρακοσυλλεκτών του Σχιστού, πετιέται στα άχρηστα, μέχρι να έρθουν οι μάνικες του Δήμου για να τα καθαρίσουν. Συνήθως τα σκυλιά αυτά, όπως τα έκθετα παιδιά, αφήνονται σε κούτες πάνω στο πεζοδρόμιο. Ανάμεσα σε σάπια ζαρζαβατικά, σε καμμένα ζαντολάστιχα και πεταμένα στουπιά, βλέπεις μικρά πλάσματα να ξεπροβάλουν και τα μάτια τους διστακτικά και φοβισμένα να σε παρακαλούν.
Κάποια από αυτά τα δύσμοιρα ζώα παραδίδονται σε φιλοζωικές οργανώσεις. Κάποια υιοθετούνται. Κάποια καταφέρνουν να μεγαλώσουν και να ενταχθούν στην αγέλη που προϋπήρχε στο στρατόπεδο. Άλλα εξαφανίζονται ξαφνικά, έτσι όπως ξαφνικά εμφανίστηκαν .

Ο Gipsy ο σκύλος πέρασε από διάφορα χέρια μέσα στη δομή: από τους αστυνομικούς και τους φύλακες της πύλης, πέρασε στις καθαρίστριες και στους ασυνόδευτους έφηβους πρόσφυγες, για να καταλήξει στα χέρια των δασκάλων του καταυλισμού όπου τον πήραν υπό την προστασία τους. Μια γωνιά στο κοντέινερ των δασκάλων και ένα παλιό κουβερτάκι είχε γίνει το σπίτι του.
Το μικρό χαμίνι σύντομα έγινε κάτι σαν μασκότ. Ένα μικρό αλάνι, ένα ακόμα μέλος στις παρέες των παιδιών των προσφύγων. Όποτε άκουγες αλαλαγμούς και ποδοβολητά ήξερες πως θα έβλεπες την εξής εικόνα: ο Gipsy να τρέχει μπροστά και ένα τσούρμο παιδιών να τον κυνηγούν. Άλλοτε άλλαζε η εικόνα και ο σκύλος μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά κυνηγούσαν κάποιο φίλο τους.

Ο καιρός περνούσε και ο σκύλος μεγάλωνε ανέμελος και χαρούμενος. Μεγάλωνε με την κάπως κοντή ουρά του να ανεμίζει κάθε φορά που μια ανθρώπινη φωνή του μιλούσε. Μπερδευόταν ανάμεσα στα πόδια των προσφύγων, των αστυνομικών και των δασκάλων. Ήταν πάντα χαρούμενος μέσα στην άγνοια ότι δεν είναι επιθυμητός.Ευτυχώς δεν ήξερε πως κανένας δεν τον ήθελε στο σπίτι του. Ήταν άλλο ενα σκυλί. Χωρίς ιδιαίτερη ομορφιά. Ενα συνηθισμένο σκυλί..

Ώσπου ήρθε ο Χουσεΐν. Το αγόρι αυτό ήταν πρόσφυγας πολέμου. Οι γονείς του διώκονταν λόγω πεποιθήσεων. Είχαν μιλήσει περισσότερο από ότι έπρεπε για τα δικαιώματα που αξίζουν στα παιδιά τους. Ένα βροχερό βράδυ πήραν μια αλλαξιά ρούχα ο καθένας και μια φωτογραφία από το σπίτι τους και η μητέρα, φόρτωσε τον Χουσεΐν μαζί με τα άλλα 3 αδέρφια του σε μια φούσκωτη βάρκα στην Τουρκία. Και έφυγαν για να σωθούν και για να βρουν ενα νέο σπίτι μέσα στο οποίο θα είναι ασφαλείς. Μέσα από πολλές μετακινήσεις και δύσκολες καταστάσεις, η μητέρα είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ενα κοντέινερ μεσα στο στρατόπεδο για εκείνη και τα παιδιά της.

Ο Χουσεΐν ήρθε ενα πρωί δειλά και προσεκτικά μεσα στο γραφείο μαζί με ενα μικρό πλαστικό σκυλάκι που το έκανε δώρο στον Gipsy. Ήταν από εκείνα τα παιχνίδια που συνήθως τα κολλάνε οι φορτηγατζήδες στο παρμπρίζ των φορτηγών και αυτά κουνάνε ρυθμικά το κεφάλι τους. Ο σκύλος δέχθηκε με χαρά το δώρο του αγοριού και από εκείνη τη στιγμή έγιναν αχώριστοι.
Αυτά τα 2 πλάσματα αγαπήθηκαν από την πρώτη ματιά και ήταν σα να συνέβη κάτι μυστικό ανάμεσά τους, κάτι που δεν είχε συμβεί με κανένα από τα υπόλοιπα παιδιά του στρατοπέδου.

Ο Gipsy πλέον αισθανόταν ασφάλεια όταν έβγαινε έξω, αφού το άγρυπνο μάτι του Χουσείν ήταν εκεί για να το προστατεύσει από το άγαρμπο παιχνίδι των παιδιών και από τα θυμωμένα σκυλιά της αγέλης. Τρύπωναν στο γραφείο όπου ήταν οι δασκάλες και έπαιζε μαζί του κρυφτό . Κάθε φορά που ο σκύλος ξετρύπωνε το παιδί πίσω από τις κούτες και τα έπιπλα, έβλεπες στα μάτια και των δυο ένα τεράστιο χαμόγελο. Το γέλιο αυτό ήταν βουβό. Ο σκύλος δεν έβγαζε φωνή και γέλιο γιατί έτσι είναι το γέλιο των σκυλιών. Το ίδιο όμως σιωπηλό ήταν και το γέλιο του Χουσεΐν. Το γέλιο του δεν ακουγόταν γιατί είχε μάθει να είναι σιωπηλός. Όπως σιωπηλοί είναι όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε διωγμό.

Και οι μέρες περνούσαν .
Και το βουβό γέλιο συνεχιζόταν.
Και οι 2 σύντροφοι μεγάλωναν μαζί.
Ο Gipsy φόρεσε έναν κόκκινο ιμάντα στο λαιμό του και ο Χουσεΐν τον κράταγε από εκεί σαν να κράταγε τον μικρό του αδερφό από το χέρι.
Και οι μέρες περνούσαν.
Και οι περίπατοί τους κάτω από τα πεύκα του καταυλισμού γίνονται κάθε μέρα όλο και πιο μεγάλοι.
Και ο Χουσεΐν έκλεβε από τις μετρημένες λιχουδιές που έφτιαχνε με αλεύρι η μητέρα και τις μοιραζόταν με τον φίλο του
Και έβλεπες σε αυτήν την βουβή συντροφιά όλους του τόμους της λογοτεχνίας που έχουν γραφτεί για την πονεμένη ιστορία των πλασμάτων της γης που δεν είχαν δικό τους τόπο για να ξεκουραστούν .
Μέσα από τον ήρεμο περίπατο αυτών των δυο ηρώων, διάβαζες τις ιστορίες που έγραψε ο Μαλαπάρτε , ο Λόντον και αλλοι, για τα ακατέργαστα και άγρια πλάσματα που αγαπήθηκαν και παρηγόρησαν το ενα το άλλο σε καιρούς πολέμου και σε καιρούς πένθους.

Και έτσι περνούσε ο καιρός.
Σε καιρούς πολέμου και πένθους.
Ο Χουσεΐν είχε τον Gipsy και ο Gipsy τον Χουσεΐν, μέχρι και οι δύο να βρουν έναν τόπο που θα τους αγαπά.


.........



( Ο Gipsy είναι 3 μηνών, ήρεμος χαρακτήρας φιλικός με τα παιδιά και τα άλλα ζώα. Θα γίνει περίπου 30 κιλά. Ακόμα ψάχνει σπίτι. Όποιος ενδιαφέρεται να τον υιοθετήσει για πάντα, ας επικοινωνήσει στο ele.karagianni@yahoo.gr


Ο Χουσείν περιμένει να του επιτραπεί να μετακινηθεί στη Γερμανία μαζί με την μητέρα και τα αδέρφια του ώστε να επανασυνδεθούν με τον πατέρα τους που ήδη έχει ετοιμάσει ένα μικρό σπίτι για αυτούς).







Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ο άγριος Γου

H ζωή σου κάνει δώρα. Σε φέρνει σε ιδιαίτερους τόπους, σε ιδιαίτερες στιγμές. Εκεί συναντάς κάποιους ιδιαίτερους ανθρώπους. Ακόμα και όταν φεύγουν , συνεχίζουν να είναι εκεί. Ακόμα και αν τους συναντάς κάθε 2- ή 3 ή 5 χρόνια, μαζί τους έχει συμβεί εκείνη η μαγική χημική ένωση που κάνει τους ανθρώπους να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Όσα χρόνια και αν περάσουν.

Ο άγριος Γου είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Υπήρξαμε κάποτε εραστές αλλά αυτό έχει τελειώσει. Τον συναντώ κάθε καλοκαίρι για λίγο εκεί στον Νότο, ανάμεσα στην αδίστακτη αλμύρα, στις οσμές από τις χαρουπιές και στο κακοτράχαλο τοπίο.

Ο άγριος Γου είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους που ταιριάζουν με την αγριάδα του τόπου του. Ένας πάνσοφος άντρας που μελετά τα ζώα, τον ουρανό και τη φύση όπως οι παλιοί. Καταλαβαίνει τους ανθρώπους από την οσμή που αναδύουν και από τη φλόγα στα μάτια τους.
Ήταν εκεί, στα καλοκαίρια της θλίψης μου κι εγώ πάνω στον ώμο του πένθησα τον θάνατο του Έρωτα. Ο άγριος Γου είναι από τους λίγους που έχει δει το μικρό παιδί που κάποιες φορές μιλάει μέσα από εμένα. Σαν Πατέρας το έχει πάρει αγκαλιά. Το έχει νανουρίσει.

Φέτος βρεθήκαμε εκεί σε μια ερημική παραλία να πίνουμε κάτι. Ήταν πανσέληνος και η Σελήνη φώτιζε τη νύχτα σα να ήταν ήλιος...
Αποκαμωμένοι ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Και αφήσαμε το φως και τις δροσοσταλίδες τους νερού να μας σκεπάσουν. Μόνο τα χέρια κρατήσαμε.

Φέτος ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι. Λίγο περισσότερο από πέρυσι.
Και φέτος κατάλαβα πως ο άγριος Γου είναι ένας από τους σημαντικούς άλλους που συνάντησα στη ζωή μου. Που πάντα μπορούσε να καταλάβει από την οσμή τους τους εραστές που μπορούσαν να με πληγώσουν. Που πάντα καταλάβαινε από τα μάτια μου τι είχε συμβεί στη ζωή μου τα χρόνια που δεν τον είχα συναντήσει.
Φέτος ήταν αποκαμωμένος από τον θάνατο ενός αγαπητού του προσώπου..
Σαν παιδί άφησε τον πόνο του μπροστά μου...εκεί μέσα στην νύχτα..κάτω από τη σελήνη που φώτιζε σαν ήλιος, σαν παιδί ξάπλωσε δίπλα μου και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανάμεσα από τα δόντια.
Και εκεί αισθάνθηκα πως τον αγαπώ αυτόν τον Άγνωστο άνθρωπο με όλη την καρδιά μου.
Κι έσφιξα λίγο περισσότερο το χέρι του στην παλάμη μου...



                                                                  @ Daido Moriyama