Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Κάτι τερατώδες σπαρταράει στον πλακούντα του.

Είναι μέρες που γυρνάνε κάποιες σκέψεις μέσα στο μυαλό μου. Είναι ακραίες. Τρομακτικές. Είναι υπερβολικές. Κάποιο πρόσωπο μου είπε να μην γράψω  για αυτές. Αλλά θα το κάνω. 

Είναι οι εποχές ακραίες και κάτι άσχημο επωάζεται.
Κάτι τερατώδες σπαρταράει στον πλακούντα του.

Είχα την ευκαιρία στη ζωή μου να μελετήσω με ερευνητικές μεθόδους  την ιστορία μιας χώρας που καταστράφηκε από τον ρατσισμό που γεννάει η ανέχεια. Η εμπειρία στη Ρουάντα ήταν απόλυτη. Ήταν τρομακτική και βίαιη. Ήταν τραυματική. Ήταν τραυματικό για την ψυχή μου που μίλησα με τους επιζώντες της γενοκτονίας του 1994. Που άγγιξα  τις πληγές στα σώματά τους  και βίωσα από κοντά τις συνέπειες της βίας  στην κοινωνία τους.
Τι σχέση έχει το παρελθόν της χώρας αυτής με την σύγχρονη ιστορία της δικής μας.
Καμία.

Ή μήπως όχι;

Χθες ήταν  η επέτειος της Μαρφίν. Δεν μάθαμε ποτέ ποιο χέρι σκότωσε εκείνους τους ανθρώπους. Μοιάζει σα να μην έγιναν ποτέ στα αλήθεια αυτές οι δολοφονίες.

Τις προάλλες διάβασα  κάποιο άρθρο για μια αντιεξουσιαστική ομάδα -κίνημα το ονόμασαν- όπου ο ηγέτης με όνομα και επώνυμο, ανακοινώνει χωρίς αιδώ, πως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο στο μέλλον  να υποκινήσουν ένοπλες συγκρούσεις στο δρόμο. Ο επώνυμος εκπρόσωπος της ομάδας αυτής  δίνει συνεντεύξεις σε free press και μιλάει για την ένοπλη προστασία που προσφέρει σε συνοικίες της Αθήνας, σαν να πρόκειται  για κάποιον ροκ σταρ που αναλύει τους συντελεστές του δίσκου του. Σήμερα πάλι διάβασα για μια επώνυμη ομάδα που έκαψε ένα χώρο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης στο κέντρο των Τρικάλων επειδή δεν συμφωνούσαν με τις πρακτικές του Δημάρχου. Κάποια ζώα μόνο κάηκαν ζωντανά.
Και κανείς δεν τιμωρήθηκε.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν,  βουλευτές απειλούν πως θα δείρουν δημοσιογράφους που διαφωνούν μαζί τους ενώ λίγες μέρες πιο πριν διανοούμενοι και πολιτικά πρόσωπα έδωσαν συνεντεύξεις και έγραψαν κείμενα για τον λαϊκό ήρωα τον Σάββα Ξηρό. Εκεί κάπου τριγύρω βρίσκεται και  η Χρυσή Αυγή, το επίσημο κόμμα της Ελληνικής Βουλής  όπου  μέλη της φέρουν την ευθύνη για την δολοφονία του Φύσσα. 
Και κανείς δεν αντιδρά.
Και κανείς δε τιμωρείται. 
Μάλιστα με κάποιον "μαγικό" τρόπο έχει πειστεί μεγάλη μερίδα νέων κυρίως ανθρώπων, πως υπάρχουν καλές και αναγκαίες για το καλό της κοινωνίας, δολοφονίες.

Ποτέ ξανά στην κοινωνία αυτή δεν φαινόταν τόσο εύκολο το να σκοτώσεις και να χρησιμοποιήσεις βία για ιδεολογικούς λόγους ή  επειδή είσαι ή αισθάνεσαι αδικημένος.  Ποτέ ξανά η βία δεν εκφράστηκε ως ενδεχόμενο και ως επιθυμία τόσο άνετα. Τόσο Απλά. Όσο με μια δήλωση  στο Hit and Run,  ή στη Lifo. Όσο απλά και ανέξοδα με ένα "Ψόφο" στα social media.

Στην Ιστορία της γενοκτονίας των Τούτσι-Χούτου τέτοιες εκφράσεις βίας και θανατικού εκφράστηκαν σταδιακά από το βασικό μέσο μαζικής ενημέρωσης που διαθέτει το 90% των Ρουαντιανών, το ραδιόφωνο. Σιγά σιγά χτίστηκε μίσος, πόλωση, στερεότυπα, οι πλούσιοι κακοί Τούτσι  και οι φτωχοί εξαθλιωμένοι και αδικημένοι Χουτου. Σταδιακά στο πέρασμα των χρόνων..λίγη βια εδώ.. λίγη βια παραπέρα..μια πυρκαγιά, μια δολοφονία...και όλα με την προκάλυψη του κοινωνικού αγώνα κατά των πλουσίων, έφτασαν στο σημείο πολιτικά πρόσωπα και παραγωγοί του ραδιοφώνου να εκφράζουν ανοικτά καλέσματα, όπως: "Τις κατσαρίδες πρέπει να τις εξοντώνουμε", εννοώντας τους Τούτσι. Στα δικαστήρια που ακολούθησαν της γενοκτονίας όλα αυτά τα πρόσωπα δήλωσαν πως δεν είχαν φανταστεί πως τα μηνύματα αυτά κάποιοι θα τα χρησιμοποιούσαν κυριολεκτικά.

Κάτι τερατώδες επωαζόταν στο μίσος, για καιρό, μέχρι που εκφράστηκε μέσα από τη μορφή του απόλυτου Κακού της γενοκτονίας.
Η ιστορία απέδειξε πως δεν υπήρχαν ποτέ πραγματικοί λόγοι για να έρθουν σε αντιπαράθεση αυτές οι δυο φυλές. Στην πραγματικότητα ούτε καν φυλές  ήταν. Στα ψιλά γράμματα, αυτή η γενοκτονία ενθαρρύνθηκε από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Κάποιοι εδραίωσαν την πολιτική τους καριέρα. Κάποιοι άλλοι πούλησαν όπλα. Γεγονός είναι όμως πως μέσα σε 3 μήνες ένα εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν με φρικτό τρόπο.

Δεν λέω πως υπάρχει πιθανότητα να στραφούν Έλληνες εναντίον Ελλήνων (ή μήπως υπάρχει;) Λέω μόνο πως οι εποχές είναι παράξενες. Οι εποχές είναι ακραίες και αλλάζουν ραγδαία και προς κατευθύνσεις και με τρόπους  που ούτε σου περνούσαν από το μυαλό τα προηγούμενα χρόνια. 
Η Ανατολή φλέγεται. Η Ευρώπη πέθανε. Η Αμερική κυβερνάτε απο τη Κου Κλουξ Κλαν. Ο ρατσισμός μεγαλώνει και μυρίζει πόλεμο. Τα ακραία σενάρια της επιστημονικής φαντασίας, είναι πραγματικότητα.

Εδώ;
 Θα μείνουμε αμόλυντοι από όλο αυτό;

Φοβάμαι πως όχι.
Ήδη έχει αρχίσει.

Στα προηγούμενα χρόνια (Βάζω και τον εαυτό μου εδώ.)... όταν ξεκίνησε  η ανέχειά μας, θυμηθείτε πόσο «ικανοποιητικό» φαινόταν  το ανοιγμένο κεφάλι ενός βουλευτή, οι καρέκλες που πέταγαν κάποιοι αγανακτισμένοι σε  συναυλίες, ή οι φωτογραφίες που βγάζαμε  κρυφά στις διαδηλώσεις σε εκείνους που πέταγαν τα μάρμαρα στα κεφάλια άλλων και τις αστυνομικές δυνάμεις που σάπιζαν κοριτσάκια στο ξύλο.

Έχουμε εξοικειωθεί τόσο πολύ με την βια.

Και φοβάμαι πια.

Πως κάτι τερατώδες σπαρταράει  στον πλακούντα του.

Φοβάμαι.



Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Δεν φτάνει η αλληλεγγύη πια.

Ελαιώνας 4-5-2016

Καθώς ξεφορτώναμε το αυτοκίνητο από τα ζωγραφικά είδη,μια ομάδα αντρών μας πλησίασε. Ήθελαν να τους δώσουμε πράγματα. Μας έδειχναν φωτογραφίες των παιδιών τους.Προσπάθησα να τους εξηγήσω για ποιο λόγο είχαμε έρθει στον Ελαιώνα. Επέμεναν. Αισθανθήκαμε άβολα. Μετά ήρθαν και άλλοι και άρχισαν να διαπληκτίζονται μπροστά μας. Απομακρυνθήκαμε. Tους είδαμε από μακριά να χτυπιούνται.

Χθες είχε τελείως διαφορετική εικόνα ο Ελαιώνας. Υπήρχε πολύ έντονη κινητικότητα. Μέσα υπήρχε πολύς κόσμος στην αναμονή. Υποθέτω πως ήταν καινουργιοι πρόσφυγες που ήρθαν να εγκατασταθούν. Στην είσοδο μας έπιασαν άντρες θυμωμένοι. «Πεινάμε. Δεν έχουμε φαγητό. Δεν έχουμε ρεύμα. Δεν έχουμε νερό να πλυθούμε. Γιατί μας φέρονται έτσι;».
Ζήτησα συγγνώμη. Kαι έφτασα στο σημείο να απολογούμαι για τις αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας μου. «Ι am sorry my friend. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω”.

1700 άτομα αυτή τη στιγμή φιλοξενούνται ενώ η χωρητικότητα είναι 700.
Σε διπλανό χώρο γίνονται εργασίες για την προέκταση των κοντέινερ.

Ωστόσο υπάρχει φαγητό και υπάρχει συνέπεια σε αυτό από τους υπεύθυνους. Τρια γεύματα και ενδιάμεσα σνακ. Τα προβλήματα με το ρεύμα και το νερό  είναι γεγονός λόγω της προέκτασης του καμπ και τις εργασίες που γίνονται. Καταλαβαίνω τον θυμό τους όμως. Για πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος με κρουασάν, με φακές και πένες με ντοματόζουμο; Μια ζωή σε αναμονή για πόσο αντέχεται;

Στον παιδότοπο εξαφανίστηκε το μοναδικό τραπέζι που υπήρχε την περασμένη εβδομάδα. Απλώσαμε χαρτί μέτρου στο πάτωμα και πάνω εκεί κάτσαμε και ζωγραφίσαμε όλοι μαζί. Η πρώτη ομάδα με τα 40-50 παιδιά λειτούργησε καλά . Ήρθαν και άλλα στη συνέχεια. Έχασα το μέτρημα. Χάθηκε ο έλεγχος . Το χαρτί ποδοπατήθηκε, οι μαρκαδόροι χάθηκαν. Προσπαθήσαμε εμείς της ομάδας και με τη βοήθεια κάποιον παιδιών να δείξουμε πως τα υλικά θα πρέπει να τα αφήσουν για την επόμενη φορά. Μάταιο. 

Δεν θυμάμαι να είχα δει ποτέ στον Ελαιώνα τόσα πολλά παιδιά. Τα 100 κουλουράκια που ειχε φτιάξει η μαμα μου για να τα κεράσουμε, δεν έφτασαν. Ούτε οι καραμέλες που είχε φέρει η Αγγελική. Δημιουργήθηκαν εντάσεις ανάμεσα στα παιδιά. Οι γραμμές ήταν αδύνατο να διατηρηθούν. Παιδιά ποδοπάτησαν άλλα παιδιά για μια καραμέλα Πάντα φέρναμε κεράσματα. Ποτέ δεν είχαμε εντάσεις.. Περίμεναν υπομονετικά. Έπαιρναν με σύνεση και πρόσφεραν και στους φίλους τους. 
Όμως είναι προφανές πως αυτοι οι άνθρωποι έχουν φτάσει στα όριά τους. Αυτά τα παιδιά εχουν χάσει τα όριά τους. Διεκδικούν πλέον τα δικαιώματά τους και πολύ καλά κάνουν. Η χώρα αυτη δεν είναι προετοιμασμένη για να τους εξασφαλίσει μια ζωή που θα σέβεται αυτά τα δικαιώματα.
Εκεί ανάμεσα στην ολιγωρία και στο χάος, είναι οι άνθρωποι που προσφέρουν ότι εχουν. Χρήματα, τροφή, χρόνο, προσοχή. Για μήνες το κάνουν. Κάποιοι ακόμα και καθημερινά.

Αισθάνθηκα σήμερα πως εμεις όλοι είμαστε οι αποδέκτες του βάρους της ζωής αυτων των ανθρώπων. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ενσυναίσθηση βάρεσε αδιέξοδο. Αναρωτήθηκα για πόσο καιρό θα μπορουμε ακόμα να το κάνουμε αυτό. Δεν είναι πλέον δημιουργική απασχόληση παιδιών. Ένας εθελοντής παιδαγωγός δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της ζωής, των ψυχικών αλλα και των φυσικών αναγκών, 100 ή 200 παιδιών που έχουν ζήσει ακραία ανέχεια και πόλεμο.
Δεν μπορεί και δεν είναι η δουλειά του να σηκώσει αυτο το βάρος.
Και από την άλλη αυτο το κίνημα αλληλεγγύης, έχει αρχίσει να δημιουργεί μια κακή κουλτούρα ανάμεσα στους πρόσφυγες. Αυτην την κουλτούρα της είχα δει και στην Αφρική.
Ένα χέρι απλωμένο.Προς τον δυνατό.Ένα χέρι να διεκδικήσει λίγη περισσότερη ευημερία από τον δυνατό και τον πιο πλούσιο Δυτικό. Κακή κουλτούρα αυτη.
Όταν η αλληλεγγύη προσφέρεται αποκλειστικά γύρω από τα υλικά αγαθά δημιουργεί εξάρτηση. Ο δυτικός της αλληλεγγύης θα καλύψει τις ανάγκες του φτωχού που έρχεται απο τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Δεν ειναι καλό πράγμα. Δημιουργεί υποτέλεια. Εξάρτηση.
Μπορείς να του αποδώσεις όποιο ιδεολογικό αφήγημα θελεις. Αλλά η ουσία ειναι μια. Η εξάρτηση ανθρώπων από ανθρώπους..
Τους μήνες της προετοιμασίας μου για την Αποστολή στη Ρουάντα, άνθρωποι ειδικοί σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων μας είχαν τονίσει:" Μην δίνετε υλικά αγαθά . Τα υλικά αγαθά δημιουργούν εξαρτήσεις. Κατασκευάζουν κοινωνικές τάξεις.Δώστε ή διεκδικείστε υποδομές που θα βοηθήσουν τη ζωή αυτών των ανθρώπων να εξελιχθεί θετικά".
Θα μου πεις, δεν θα του δώσω τροφή αφού πεινάει; Θα του δώσεις.
Αλλά δεν αρκεί αυτό όταν δεν γίνονται τα υπόλοιπα.
Και θα ξαναπώ για άλλη μια φορά αυτό που δεν καταλαβαίνουν όσοι έχουν αποδώσει ένα πολιτικό και μεσσιανικό χαρακτήρα στο «κίνημα της αλληλεγγύης»:
Οι πιέσεις, οι παρεμβάσεις, οι διεκδικήσεις,οι λύσεις, θα έπρεπε αυτην τη στιγμή να είναι μόνο θεσμικές.Μόνο.
Και το μήνυμα αυτό να ακούγεται καθαρά χωρίς να μπερδεύεται με άλλα ιδεολογικά μηνύματα ή διεκδικήσεις.
Μόνο.
Μόνο.


Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

To σπίτι της θείας Μαρίας


            Πρόσφατα, ήρθε στην κατοχή μας το πατρικό σπίτι της προγιαγιάς μου τη Ειρήνης, σε ένα ορεινό χωριό του Ρεθύμνου. Αφού ανακαινίστηκε ικανοποιητικά, έγινε  κάτι σαν    ησυχαστήριο. Σαν διψασμένη Αθηναία, επιτέθηκα από τη πρώτη μέρα, στα τριγύρω αξιοθέατα της περιοχής. Είδα σοκάκια πλακόστρωτα, πέτρινες εκκλησίες, θέα και φύση για όσο αντέχει το μάτι.
Το χωριό έχει κτήρια που χρονολογούνται από το 1600 μ.χ. Ένα τέτοιο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το σπίτι της προγιαγιάς.
Είναι ένα διώροφο και πετρόκτιστο σπίτι, σαν μικρός πύργος, με το πάχος των τοίχων να πλησιάζει το ένα μέτρο, με μια μικρή εσωτερική αυλή, με στάβλο, πηγάδι, θολωτές οροφές, οντάδες κ.α.
Παρά τις προειδοποιήσεις για την επικινδυνότητα του  κτηρίου, πήρα τη φωτογραφική μου και με προσεκτικές κινήσεις άνοιξα την παλιά ξύλινη πύλη.
            Από τις πλάκες του δαπέδου ξεπηδούσαν όλων των ειδών τα φυτά: μαργαρίτες, τσουκνίδες, κισσοί. Ήταν αδύνατο να περιηγηθώ στα δωμάτια που περικύκλωναν την εσωτερική αυλή, εξαιτίας αυτής της πυκνής βλάστησης. Έτσι με προσεκτικά βήματα ανέβηκα τα ραγισμένα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο .
            Οι εικόνες που με αγκάλιασαν ξαφνικά, με έκαναν να ξεσπάσω σε ένα αθόρυβο κλάμα.
            Βρέθηκα στην κεντρική κρεβατοκάμαρα του σπιτιού. Ο ξεφλουδισμένος ασβέστης από τους τοίχους μπερδευόταν με τις συνθέσεις από τα δεκάδες καδράκια με φωτογραφίες από αγαπημένα πρόσωπα: μωρά, βαφτίσεις, γάμοι, στρατιώτες. Φαντάσματα και φωνές από άλλες εποχές. Πού και πού έβλεπες εικόνες με το «Χριστούλη» να κρατάει προβατάκια.
Σε μια εσοχή στον τοίχο ήταν ένα παλιό ξύλινο ραδιόφωνο, παραδίπλα δύο κασέλες, ένα τραπέζι, 3-4 σπασμένες καρέκλες και μια σερβάντα με μερικά ανάγλυφα ποτήρια. Στη πιατοθήκη βρήκα στοιβαγμένα μερικά βιβλιάρια του ΙΚΑ και ένα αντίτυπο του Ερωτόκριτου, χρονολογίας 1954.
Παντού γράμματα. Φωτογραφίες, πλεκτά σεμέν, όλα στοιβαγμένα κάτω από ακαθαρσίες από νυχτερίδες και από τη σκόνη.
            Ανακάλυψα πως το τελευταίο πρόσωπο που έμεινε στο σπίτι αυτό ήταν μια “Θεία Μαρία”.
Αριστερά, δίπλα από τη σερβάντα, ήταν ένα μεταλλικό κρεβάτι. Έμεινα για ώρα να το κοιτάζω, σαν να ξάπλωνε πάνω  το νεκρό κορμί της. Τσαλακωμένα σεντόνια....μια σκισμένη νυχτικιά. Ένα κουβαριασμένο υφαντό. Ιδρωμένα μαξιλάρια. Μια παραβιασμένη λουστρινένια τσάντα.
Το κρεβάτι αυτό, κανένας δεν το έστρωσε ξανά... Απλώς ήρθαν, πήραν το πεθαμένο σώμα της Θείας, ψαχούλεψαν την τσάντα, τη ντουλάπα, τις κασέλες και έκλεισαν πίσω την βαριά ξύλινη πόρτα.
            Αγνόησα τη σκέψη εάν το σαθρό ξύλινο πάτωμα μπορεί να με σηκώσει και πλησίασα δίπλα στο κρεβάτι....Γονάτισα και άρχισα να ανοίγω κάποια από τα γράμματα. Το πιο παλιό ήταν από το 1951.  Η Θεία, ήταν ένα αγαπητό πρόσωπο. Πολλά γράμματα από ανίψια και ξαδέρφια. Γράμματα ευγνωμοσύνης για την προσφερόμενη φιλοξενία της. Γράμματα ανησυχίας για την υγεία της. Κάποια αναφέρονταν σε αμφιβολίες για κάποιο προξενιό. Άλλα σύστηναν τον αρραβωνιαστικό μιας ανιψιάς. Αναφορές και παρηγοριά για μια περιουσία και χωράφια που χάθηκαν. Μια ξαδέρφη, της έδινε κουράγιο για κάποιο "μεγάλο" κακό και θέλημα Θεού που την είχε βρει. Σε κάποια γράμματα ο αποστολέας ευχαριστεί τη Θεία για τις 300 δρχ που έλαβε από το λάδι ενώ σε κάποιο άλλο ζητάει συγνώμη που δεν μπορεί να την ενισχύσει οικονομικά. Ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα ειδοποιητήριο για οφειλές για το νερό και το ρεύμα, μια βεβαίωση για το 67% της αναπηρία της και μια συνταγογράφηση για Stedon.
Οι φωτογραφίες έδειχναν μια όμορφη στα νιάτα της, ξανθή γυναίκα,  με πλεξούδα στο πλάι του κεφαλιού. Δεν βρήκα στοιχεία για παιδιά. Ένα γράμμα μόνο την παρηγορούσε που αναγκάστηκε να αποχωριστεί τον αρραβωνιαστικό της.  Η Θεία ήταν μια μοναχική γυναίκα, με πολλά ξαδέρφια και ανίψια που την αγαπούσαν και την σκέφτονταν.
Το τελευταίο γράμμα ήταν εκείνο μιας ανιψιάς, το 1976. Της έστελνε τη φωτογραφία ενός μωρού από το μαιευτήριο.
Μετά τα γράμματα έπαυσαν.
Δεν κατάλαβα πόση ώρα πέρασε. Ο ήχος μιας κίνησης από πουλιά, από την τρύπια οροφή, με έκανε να επιστρέψω εσπευσμένα από το παρελθόν.
Σαν τυμβωρύχος πήρα μαζί μου ένα από τα ποτήρια της γιαγιάς, μερικές φωτογραφίες και μερικά γράμματα. Πήρα κ το χειροκίνητο μπλε μεταλλικό της ξυπνητήρι. Είχε σταματήσει στις 2 και 10.
Επέστρεψα σπίτι και άπλωσα τα ευρήματά μου στο πάτωμα.
Αισθάνθηκα πως κρατούσα έναν θησαυρό στα χέρια μου. Μια αρχαιοκάπηλος...Μια κλέφτρα αναμνήσεων.
            Αναπόφευκτα όλη αυτή η έντονη εμπειρία με έκανε να ταυτιστώ με τη θεία Μαρία. Προσπάθησα να αισθανθώ τις σκέψεις της....το κορμί της... Τον τρόπο που κινιόταν στο ξύλινο πάτωμα. Την προσμονή που είχε για όλα εκείνα τα γράμματα.
Η Μοναξιά της με κατέκλυσε. Η θλιμμένη ξανθιά πριγκιπέσα, φυλακισμένη στο κάστρο με τους απροσπέλαστους πέτρινους τοίχους...σε ένα δυσπρόσιτο ορεινό χωριό. Η βροχή να χτυπάει την ξύλινη οροφή...την ξύλινη πόρτα...Μόνη, προσμένοντας τις εικόνες από την ζωή των άλλων.
            Άραγε..τι αφήνουμε πίσω μας μετά το θάνατο; Στ` αλήθεια μπορούμε να μείνουμε στο μυαλό των ανθρώπων ή απλώς τα ίχνη μας περιμένουν μέσα στην σκόνη και στα κόπρανα των νυχτερίδων, μια τυχαία περαστική, μια ρομαντική άγνωστη να μας ανακαλύψει;
            Το βράδυ δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ. Έβλεπα από το παράθυρο το πέτρινο κτίριο και αισθανόμουν τη Θεία να με παρακολουθεί.
Αυτό δε μου προκάλεσε φόβο. Μια παράξενη ησυχία μάλλον.... ίσως και ένα ευχάριστο βάρος.    Γύρισα και κοίταξα το ποτήρι και τα άλλα πράγματα της θείας που είχα αφήσει στο πάτωμα.
Ένα ευχάριστο βάρος ότι αυτές οι αναμνήσεις θα συνεχίσουν να υπάρχουν μέσα από εμένα.
Καθώς βυθίζονταν  τα μάτια μου....ήμουν σίγουρη πως άκουσα για λίγο το τικ τακ του ρολογιού της θείας... 

ΥΓ. Έμαθα αργότερα από ανθρώπους του χωριού πως αναγκάστηκε να χωρίσει από τον αρραβωνιαστικό της επειδή εκείνος  χρειάστηκε να μεταφερθεί στην Σπιναλόγκα.