Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Και ένας ακόμα.


Ένας χρόνος. Και ένας ακόμα.
Να τρέχω προς τους λόφους
 με λύκους και θεριά,
είναι  αβάσταχτη ανάγκη μα  και η μοίρα μου.

Ε.Κ.





Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Ο Βραζιλιάνος


(Οι ομοιότητες  με πραγματικά πρόσωπα είναι απολύτως συμπτωματικές)





Κυριακή μεσημέρι- Απρίλιος 7.


          Αν και  είναι ένα μόνο χρόνο μικρότερος, μου ειχε φανεί στην αρχή σαν ένα άχρωμο αγόρι. Μετά, πήρε το μικρό ukelele του και από το τηλέφωνο μου  έπαιξε το Just like heaven.

       Λίγες μέρες αργότερα βγήκαμε ξανά. Ήταν νομίζω Κυριακή μεσημέρι. Φάγαμε φθηνό τηγανιτό τυρί και μανιτάρια και ήπιαμε χύμα κρασί σε ενα φοιτητικό στέκι στον Κεραμεικό. Ήταν μια από τις πρώτες μέρες της άνοιξης.

        Καθώς του μίλαγα, τον κοίταζα με τη μαγική μου δύναμη μέσα στα μάτια για να γεμίσει εικόνες από την υπέροχη ζωή μου, έτσι ακριβώς όπως ενα θηλυκό πουλί  θα άνοιγε τα φτερά του στην εποχή του ζευγαρώματος. Όλη την ώρα εκείνος κατέβαζε το κεφάλι και στο τέλος μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί και εξαφανίστηκε πάνω στη μηχανή του

Τον επιθυμούσα. Από την πρώτη στιγμή. Και γι` αυτό θύμωσα που δεν με “είδε”.

Την επόμενη περίοδο, πότε εγώ, πότε εκείνος, πλησιάζαμε και πότε φεύγαμε. 
Με πάθος. 
Φοβισμένοι.

Τελικά, μετά την πρώτη φορά που ξαπλώσαμε μαζί, εκείνος εξαφανίστηκε στ` αλήθεια.

Αισθάνθηκα το πένθος.
Της επιθυμίας μου και εκείνη την αθροιστική θλίψη από όλα τα κορμιά που δεν έμειναν.

Αποσύρθηκα.

Όμως, μέρες μετά επέστρεψε ζεστός. Και πρόθυμος να με “δει”.

        Βρεθήκαμε ξημερώματα και εγώ κάπως μεθυσμένη στο μικρό του ρετιρέ να ψάχνουμε τα φώτα της Ακρόπολης. Παράξενο είπε. Ηταν το πρώτο βράδυ που τα φώτα της δεν άναβαν.

         Έβγαλα τα μποτάκια μου και μισοξάπλωσα στον μαύρο δερμάτινο καναπέ του. Κάθισε στο πάτωμα με την πλάτη μπροστά μου και άρχισε να παίζει τα αγαπημένα του τραγούδια στο ukelele. Mου ζήτησε να τραγουδήσω και εγω το έκανα πρόθυμα, χωρίς να σταματήσω ούτε λεπτό να κοιτάζω τον όμορφο λευκό λαιμό του. Και να νοιώθω απελπισία.
        Μετά σηκώθηκε για να μου δείξει τα βραζιλιάνικα όργανα που είχε φέρει από τα ταξίδια του και συνέχισε ένα τραγούδι  που δεν ήξερα, αλλά μίλαγε για την αγάπη που σε ελευθερώνει και για μιά όμορφη γυναίκα που χόρευε με το κόκκινο φουστάνι σε εναν  άδειο δρόμο, ενα Κυριακάτικο μεσημέρι της άνοιξης. Μου το αφιέρωσε γιατί ειπε πως του θυμίζω εμένα.
        Συνέχιζε να χαϊδεύει απαλά τις χορδές και εμένα με την ντροπαλή φωνή του. Ένοιωσα μόνη εκεί στον καναπέ και άδεια, εγκατελειμένη στο να κοιτάω πεινασμένα το βελούδινο σχήμα από το χνούδι πάνω στα χέρια του από το κόντρα φως του πορτατίφ. Ένοιωσα το ιδιο μόνη ακόμα και οταν τον φίλησα απαλά στο λαιμό ..και πάλι όταν έσυρα το πρόσωπό μου στο πίσω μέρος, στα μαλλιά του.
       Σηκώθηκε, έβαλε ποτά, μουρμούρισε κάτι για το σπίτι και τη ζωή του, μου υπενθύμισε μέσα από άσχετες κουβέντες οτι βαριέται εύκολα, ασχολήθηκε λίγο με ένα από τα κρουστά του, ήπιε μια γουλιά, διόρθωσε το χαλί και τότε ήρθε και ακούμπησε το σώμα του στη πλάτη μου. Λίγο άγαρμπα και ισως διψασμένα, το αγκάλιασε, το κάλυψε, το έσφιξε, το μύρισε, το φίλησε, το δάγκωσε και με αγάπησε για αρκετή ώρα.

Μπορούσα να μείνω εκει το βράδυ αν ήθελα , είπε.


Αλλά δεν έμεινα.


Η αθροιστική απώλεια

        Η αθροιστική απώλεια από τα κορμιά που δεν έμειναν. Μου στοίχισε. Και βγήκα σαν τρελή να ψάχνω τον επόμενο εραστή. Όχι εραστή. Μα άντρα. Αγαπητικό . Αγαπημένο. Κάποιον για την καρδιά.

      Ο καπετάνιος ήταν μια πρόχειρη λύση. Έμεινα μακριά του στο κρεβάτι. Προσπάθησα να αποφύγω το άγγιγμα από τα πόδια, τα χέρια και την ανάσα του. Ηταν βαριά. Το πρωί σαν μανιακή ξήλωνα τα σεντόνια και τις μαξιλαροθήκες. Κατω απο το ντους έτριψα με μανία ότι είχε αγγίξει.

     Πάνω σε ενα κορμί που δεν επιθυμούσα πραγματικά κατέστρεψα λίγα ακόμα κύτταρα αθωότητας. Είπα μετά στον εαυτό μου πως αυτό δεν έγινε ποτέ, μα σαν υπνωτισμένη τον δέχτηκα ξανά το ίδιο βράδυ.

Το μυαλό μου ηταν κολλημένο στο Βραζιλιάνο μου.


Σαν ολοκαύτωμα

       Είναι ο Έρωτας. Πάντα ο Έρωτας. Μόνο αυτός. Εκείνο το εθιστικό βίωμα που δεν μπορείς παρά να το ζήσεις μόνο σαν ολοκαύτωμα. Πέφτεις πρόθυμα με τα μούτρα στην πυρά. Αχόρταγα επιθυμείς την ολοσχερή καταστροφή σου. Να συντριφθείς στο πάτωμα, να γευτείς το αίμα από τα σπασμένα σου δόντια. Είναι αναπόφευκτο. Είναι ανάγκη σου .

     Αυτές τις μέρες αυτή η ανάγκη έχει γίνει βασανιστική. Το σώμα μου ειναι σε οριακό σημείο. Είναι θέμα ζωής και θανάτου πια, να αισθανθώ το δέρμα του. Σαν σε ενα ατέρμονο ζωώδη οίστρο. Γίνεται ανήθικο. Σκέψεις, δοκιμές, απορρίψεις. Σαν θηλυκό σκυλί επιθυμώ το ζευγάρωμα. Κάποιες φορές καθαρίζω με μανία το σπίτι σα να ήταν η φωλιά . Κάποιες άλλες μοιάζει σα να κραυγάζω στις γωνιές των δρόμων και να αφήνω την οσμή μου.
Το σώμα μου πονάει.

Ο Βραζιλιάνος ήρθε. Και έφυγε. Και τον τράβηξα ξανά.

      Χθες ζεστάθηκε στο κρεβάτι μου. Αφού βγήκε, ξάπλωσε δίπλα και με μια κίνηση με προσκάλεσε να κουρνιάσω στα πλευρά του, χωρίς λόγια, μα έμοιαζε σα μια χορογραφία που ήξερα πολύ καλά τα βήματα. Απλά κούρνιασα εκεί. Και έκλεισε τα χέρια του ολόγυρά μου. Και ξύπνησα για να καταλάβω πως το πρόσωπό μου ηταν κρυμμένο εκει στο λακάκι του στέρνου του. Κλεισμένη, προστατευμένη από οτι μπορεί να με πονέσει.

        Έκλεισα αμέσως ξανά τα μάτια και τα έσφιξα δυνατά. Κράτησα την ανάσα μου. Δεν ήθελα να τον ξυπνήσω . Ή να τον αναστατώσω. Ή να  χαλάσω όλο αυτό.
Για να μη μου το πάρει.
Εκείνο.
Εκεί.
Εδώ θέλω να ανήκω.


Μάιος

       Βρήκα το όνομά του σε ένα μικρό χαρτί. Ξετρύπωσε κάτω από τον καναπέ καθώς από την μπαλκονόπορτα εισέβαλε ενα μεσημεριανό ρεύμα αέρα.  Ο ήχος του τσαλακωμένου χαρτιού που σερνόταν πάνω στα πλακάκια, μου τράβηξε την προσοχή. Πήρα το μικρό χαρτί και χωρίς να το σκεφτώ το έφερα στο στόμα μου. Απαλά το φίλησα.

Αηδίασα με τον εαυτό μου. Είμαι μεγάλη για τέτοια παιδιαρίσματα.

Μετά έκλεισα τα μάτια και αναρωτήθηκα γιατί δεν με αγαπάς;

Γιατί δεν με αγαπάς;



5-6-7-8

Διψάω για την αγάπη σου.
Θέλω να σου πω τετρημένα πράγματα. Βλακώδη. Εκείνα που λένε οι λαϊκοί άνθρωποι στους εραστές τους. Θέλω να κάνουμε έρωτα συνέχεια και με κάθε γνωστό τρόπο. 
Αισθάνομαι οτι σου ανήκω.
Είναι χαζό και ανόητο. Σε συνάντησα μονο 5 -6-7-8 φορές.
Και μοιάζει σα να δέθηκα για πάντα μαζί σου.
Είμαι ερωτευμένη.
Και είμαι ερωτευμένη.

Αγκαλιάζω το μαξηλάρι. Σα να είσαι εσύ.
Μιλάω στον αέρα Σα να είσαι εκεί.
Σα να είσαι εσύ, φιλάω τον καρπό μου, όπως είχες κάνει τότε μπροστά στο τζάκι.

Μικρέ βραζιλιάνε, είμαι ερωτευμένη.

Και βασανίζω τον εαυτό μου κάθε βράδυ, ψάχνοντας ένα μήνυμά σου που ποτέ δεν έρχεται.
Και θέλω να ουρλιάξω.
Και θέλω να κλάψω.
Και να μαζέψω τα δάκρυά μου σε ενα εμπριμέ επιστολόχαρτο για να στο στείλω.
Γιατι δεν μ`αγαπάς;
Γιατι δεν μ` αγαπάς;

Αφού είναι εκεί..
Γιατί δεν το βλέπεις;
Πως μπορείς;
Πάντα να φεύγεις μακριά;
Όπως τώρα που βρίσκεσαι ξανά σε ταξίδι σε μια άγνωστη ήπειρο.
Για να μετρήσεις τα όρια της αδρεναλήνης σου.
Και σταυρώνω τα δάχτυλα.
Και δαγκώνω τα χείλη
 και κάνω μια ευχή.
Να περάσεις άδεια και άσχημα.
Και να σου λείψουν τα βράδια μας.
Εκείνα τα τα 5-6-7-8 βράδια μας.
Που χάιδευα με τα μάτια μου το σβέρκο σου ενώ έπαιζες μουσική.
Και χάιδευα το λαιμό σου με το στόμα μου
και το στέρνο σου και την κοιλιά σου .
Και μετά ήθελα να κοιμάμαι πάνω σου
και πάνω στα υγρά απο το κορμί σου.
Ή να τρίβω το πρόσωπό μου στα δάχτυλα των ποδιών σου
ή να στριμώχνομαι στην καμπύλη του λαιμού σου.
Και να νανουρίζομαι από τη μουσική της ανάσας σου.
Και να ειμαι ευτυχισμένη μετά από πολύ καιρό.

Και όταν  έφευγες για να ανακαλύψεις τον κόσμο
Εγώ.
Να πεθαίνω.
Να θλίβομαι.
Να λιώνω.

Και να γίνομαι άσχημη.

Που δε μ`αγαπάς.
Που δε μ`αγαπάς.

Και αγαπάς να φεύγεις
Από εμένα.
Και αγαπάς να φεύγεις.
Από εσένα.

Ιούλιος

         Ένα ατελείωτο πήγαινε έλα. Σταμάτησα να αντιστέκομαι στον Βραζιλιάνο. Άνοιξα διάπλατα την πόρτα μου. Κατέρρευσαν οριστικά οι αντιστάσεις μου. Αισθάνθηκα ανοχύρωτη. Ερημωμένη. Μέσα μου σφραγγίστηκε η επιθυμία μου για εκείνον. Και πήρα την απόφαση, να τον αφήνω...να φεύγει, να έρχεται. Όσο και όποτε θέλει εκείνος.

         Τότε επέστρεψε από ένα ακόμα ταξίδι. Το διάστημα που έλειπε ήταν εξουθενωτικό. Παρά τον έρωτά μου, αισθάνθηκα αποκομμένη. Ήρθε και με βρήκε πάλι σ` εκείνο το φοιτητικό καφενέ. Μπύρα και ψητό τυρί ξανά..Ήταν μάλλον κουρασμένος. Στεγνός. Αλλά συνέχισα να τον επιθυμώ. Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να βουτήξω το κεφάλι μου στο λαιμό του και να κλάψω. Και να τον παρακαλέσω να μη φύγει ποτέ ξανά.

        Ενώ μου έκανε έρωτα, σκέψεις κακοποιούσαν το μυαλό μου. Αυτή η εξαπάτηση της εγκύτητας και η ψευδαίσθηση του οικείου με έκαναν να τον ερωτευτώ, ή να τον αγαπήσω, ή να εθιστώ στα δάχτυλά του τα γεμάτα σοκολάτα και στα χείλη του που μυρίζουν καπνιστή μπύρα και ψητό τυρί. Για πρώτη φορά αισθάνθηκα τη σκιά. Οτι δεν τον έχει αγγίξει τίποτα από αυτήν την ομορφιά που εγω βλέπω. Οτι είναι εδώ μόνο για αυτές τις στιγμές που περνάμε στο ίδιο κρεβάτι.Τρόμαξα και τον αγκάλιασα πιο σφικτά.
Ναι ηταν μιά ψευδαίσθηση.

      Στο τέλος ξάπλωσε δίπλα μου. Μιλάγαμε, με γέμιζε εικόνες και εγω γέλαγα σα παιδί. Η επιθυμία του είναι να περάσουμε το καλοκαίρι μαζί. Θα μαγειρεύουμε αγκινάρες με αυγά, θα πίνουμε ιδρωμένη ρακή και θα κοιμόμαστε μαζί στην αιώρα. Θα ζευγαρώνουμε και εγώ θα τον φωτογραφίζω στο ηλιοβασίλεμα να παίζει ukelele ή να χορεύει γυμνός.

Και οι δύο ξέραμε πως τίποτα από αυτά δεν θα γινόταν.

Φόρεσα το κόκκινο φουστάνι.

Δεν κοιμήθηκα εκεί..

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Χρόνια πολλά!!!!!!!!!!!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!! 


Το 2004, τη χρονιά που υπηρετούσα στο Ρέθυμνο, κυκλοφόρησε αυτή η έκθεση-ερμηνεία της χριστουγεννιάτικης ιστορίας, από μαθήτρια της Β Γυμνασίου.To σχολείο της βρισκόταν σε γνωστή ορεινή περιοχή του νησιού. 

Enjoy, rejoise ! 



Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Είναι κάποιοι άντρες




Είναι κάποιοι άντρες, όμορφοι άντρες, φυλακισμένοι μέσα στη δύναμή τους. Αυτοί κατακτούν μυαλά και θάλασσες, μα μπροστά σου γίνονται φοβισμένα και μικρά παιδιά. Το μόνο που θες να κάνεις όταν σου γκρινιάζουν είναι να ανακατέψεις γελώντας τα μαλλιά τους, μερικές αστείες γκριμάτσες μπροστά στη μύτη τους και λίγο να τους πονέσεις με τσιμπιές στα μάγουλα. Μετά από αυτό τους αφήνεις να κλάψουν πάνω στον ώμο σου. Και είναι ο φόβος τους για την γυναίκα τόσο μεγάλος που μόνο αυτό μπορείς να τους προσφέρεις..

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Η ντροπή της Ελλάδας.





Δεν ξέρω τι πολιτικές σκοπιμότητες  του αρθρου της Süddeutsche Zeitung : Ντροπή της Ευρώπης η Ελλάδα για το μεταναστευτικό και δεν με ενδιαφέρουν  κιόλας. Εγώ έχω να πω πως γύρισα “Nτροπιασμένη” από το Βερολίνο. Ξύπνησα από τον λήθαργο της εθνικής Φαντασίωσης που με έχουν και σας έχουν ποτίσει ειδικά τα τελευταία χρόνια. Ούτε στο δαχτυλάκι δεν τους φτάνουμε στην πολιτική περί μεταναστών. Εχω να πω πολλά τα όποια θα τα διαβάσετε σύντομα στο blog.  Ένα παράδειγμα; Ένα από αυτά που έκανα ήταν να μπω σε τάξη γερμανικού σχολείου και να κάνω μάθημα μαζί με τους δασκάλους τους. Οι υπεύθυνοι με πληροφόρησαν πως εδω και πολλά χρόνια η επίσημη γραμμή του Γερμανικού Υπουργείου Παιδείας  είναι να ενώσει το σχολείο με τις μειονότητες των μεταναστών. Π.χ. Μια φορά τον μήνα  ανοίγουν ΟΛΕΣ τις τάξεις για τους “ξένους” της γειτονιάς (π.χ.  ο Τούρκος φούρναρης θα έρθει  και θα μιλήσει για  την κουλτούρα του στους μαθητές) .  Εδω;; Μην σας τα λέω. Tα ξέρετε. Ακόμα και οι πιο προοδευτικές ομάδες αυνανίζονται χαρωπά  με τον παλαιό τρόπο που παρέλαβαν και νομίζουν ότι κάνουν αγώνα δικαιωμάτων.  Είμαστε πολύ μακριά νυχτωμένοι και το χειρότερο  είναι πως  ΔΕΝ το ξέρουμε…

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Αυτό είναι ένα ερωτικό γράμμα



Σάββατο, 1/12/2012, Σύνταγμα

Ίσως θα ήταν καλύτερα στην επόμενη βόλτα μου να  έρθετε  μαζί μου. Χρειάζομαι κάποιον να με συγκρατεί ή να μου κρατάει το χέρι.  Γιατί παράξενα πράγματα συμβαίνουν όποτε κατεβαίνω στο Κέντρο και δεν μπορώ να δώσω λογική εξήγηση. Σήμερα πάλι, από την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησα τα πόδια μου  στην πλατεία, γέμισα «πεταλούδες», ενώ  τα χείλη μου δεν σταμάτησαν  ούτε λεπτό να τρέμουν. Ίσως να φταίνε οι ορμόνες μου(σκέφτηκα) ή να περνάω κάποιο από εκείνα τα «πνευματικά ανοίγματα»  που συμβαίνουν μόνο   2-3  φορές σε ολόκληρη τη ζωή σου  ..
Έτσι…
Σήμερα, Αισθάνθηκα. Αισθάνθηκα  εκείνη την ενέργεια. Νομίζω πως ο καλύτερος τρόπος για ν` αφουγκραστείς την ψυχή των Ελλήνων, είναι  να έρθεις στην Πλατεία και να σταθείς στο κέντρο. Να πάρεις ανάσες και να ατενίσεις στην Ερμού. Αν έχεις αισθητήρια, θα την «Δεις». Είναι εκεί.
Και σήμερα ήταν εκεί. Άλλες φορές εκεί ήταν και η Θλίψη της , το Μούδιασμά της, η Ντροπή και η Κραυγή της. Αλλά πώς να ονομάσω το σημερινό;  Χαρά;  Χορό; Ζωή;  Ναι το πείσμα της για τη ζωή. Μια γιορτή χωρίς αφορμή και λόγο… Ίσως η μόνη αφορμή να ήταν το ότι βγήκε αυτός ο Τεράστιος ήλιος μετά την καταιγίδα. Ίσως επειδή είναι η 1η του μήνα που φέρνει τα Χριστούγεννα.
Περπατούσα όλο το μεσημέρι  ήσυχη, σέρνοντας και τις πεταλούδες μαζί μου..  Οι χορευτές με τα αφρικάνικα κρουστά τους ήταν εκεί… Ο ρυθμός τους εναλλασσόταν ανάμεσα σε πολεμικά εμβατήρια και διονυσιακούς παροξυσμούς. Γονάτισα κάτω για να μην ενοχλώ τους φωτογράφους ενώ έτρεμα από χαρά. Ένα σκύλος το είδε  και ήρθε και μου έγλυψε το χέρι . Μετά ξάπλωσε στην σκιά μου και  μια  πιτσιρίκα  ήρθε τρέχοντας και του τράβηξε τα αυτιά. Εκείνος  ατάραχος «χαμογέλασε»  και η μαμά τρόμαξε και προσπάθησε  να την απομακρύνει. Τελικά χαμογέλασε  και αυτή  και  κάθισε μαζί μας, ενώ  μια υπερήλικας με ρώτησε αν ξέρω που μπορεί να πάει να ακούσει αφρικάνικη μουσική. Της είπα, αφού έτυχε να γνωρίζω και εκείνη τότε  με  ευχαρίστησε  κοιτώντας με ζεστά μέσα  στα μάτια. Την  κοίταξα και εγώ και στ` αλήθεια  αισθάνθηκα πως την  Αγαπώ! (Τι μου συμβαίνει;).
Καθώς συνέχιζαν οι πεταλούδες και το τρέμουλο στα χείλη μου, κατηφόρισα τον δρόμο. Πότε γέλαγα..πότε  έκλαιγα… προσπάθησα να το κρύψω αλλά σίγουρα θα φαινόμουν κάπως  παράξενη. Και όλες οι μουσικές ήταν εκεί κατά μήκος του δρόμου και συνέχιζαν να μου δίνουν χαρά… Και έβλεπες στα πρόσωπα των μουσικών μια «άλλη φλόγα»… Ένα πάθος σα να έπαιζαν στη σκάλα του Μιλάνου .  Και σε  κοίταζαν κατευθείαν στα μάτια. Και  όλοι ήταν χαρούμενοι λες και τους  είχαν  ποτίσει  κάποιο μαγικό φίλτρο του έρωτα…
ΟΙ πεταλούδες έγιναν βαριές πάνω μου και κρύφτηκα πίσω από τον παππού με  τα σουσαμένια κουλούρια  για να επεξεργαστώ αυτό που νιώθω. Γιατί δεν υπήρχε λογική αφού λείπουν  πολλά από τη ζωή μου . Αλλά δεν είχε σημασία. Απλά αισθάνθηκα  την Αγάπη. Και αισθάνθηκα  χαρούμενη. Και τυχερή . Και θεραπευμένη. Και ευλογημένη από όλους εκείνους  τους ανθρώπους  που δεν παραιτούνται .
Και που δεν παραιτείται ούτε ο ήλιος και μας μοιράζει όλες αυτές  τις  ζωηρές πεταλούδες στα σωθικά μας….  
Και αγαπώ… Αγαπώ… Αγαπώ! Ακόμα και εσένα! (που με βασανίζεις). Σε αγαπώ.  Ακούς; 

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Όμορφος!



       Έχω τελευταία στο μυαλό μου κάποιους "ιδιαίτερους" ανθρώπους που πέρασαν, ή βρίσκονται γερά βιδωμένοι στη ζωή και στη καρδιά μου. Είναι άνθρωποι που άλλος ξεπέρασε δυνατούς και μη αναστρέψιμους εθισμούς...κάποιος άλλος που ξεπέρασε βαριάς μορφής κατάθλιψη...κάποια ελευθερώθηκε από μια κακοποιητική σχέση....κάποιος που έγινε σπουδαίος ενώ ήταν ταπεινής καταγωγής.... Και χαμογελώ. Για το πόσο όμορφος είναι ο Άνθρωπος. Όμορφος. Δυνατά όμορφος! Αστείρευτος. Υπέροχος. Και όπως λέει και ο αγαπημένος μου: Η πέτρα και το σίδερο θα σπάσουν. Ο άνθρωπος ποτέ (Ν. Καζαντζάκης).

Και θέλω να μου το θυμίζετε σας παρακαλώ όταν το ξεχνώ. Υπόσχομαι να κάνω το ίδιο..
Οκ?

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Shoot me!



Χθες το βράδυ , όχι πολύ αργά, πάρκαρα το αυτοκίνητό μου στου Ψυρρή και πέρασα  μέσα από το σταθμό στο Μοναστηράκι, για να βγω  απέναντι στην  πλευρά της  Αθηνάς. Εκεί στον πλακόστρωτο διάδρομο με τον ψυχρό φωτισμό φθορίου, συνάντησα και τη γνωστή εικόνα: Μισό-ναρκωμένοι άνθρωποι , σαν ασθενείς σε έναν υπαίθριο θάλαμο εντατικής θεραπείας. Δυο άντρες ..μια γυναίκα  ήταν τυλιγμένοι με κούτες και πανιά. Αλλά δεν έχει σημασία να κάνω την περιγραφή. Την εικόνα την ξέρετε πολύ καλά όλοι εσείς που ακόμα δεν υποφέρετε από φόβο και νοσταλγείτε και συνευρίσκεστε που και που  με  εκείνη την παρικμασμένη αγαπητικιά σας, την  Αθήνα.
Αυτήν την φορά όμως, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων αυτών ήταν  δυο άλλα. Δυο ξανθά κεφάλια νεαρών κοριτσιών, καμιά 20ρια χρονών -μάλλον  Φοιτήτριες αν έκρινα σωστά από το παρουσιαστικό και το μουντζουρωμένο σακίδιο στην πλάτη τους. Κράταγαν και οι δύο από μια φωτογραφική μηχανή, επαγγελματική, με εκείνον  τον  τεράστιο μαύρο φακό  και έκαναν με το σώμα τους τις γνωστές κινήσεις κλισέ  των φωτογράφων που ελίσσονται, μαζεύονται, κουλουριάζονται, τεντώνονται  για να πετυχουν το σωστό φωτισμό και τους σωστούς άξονες. Σίγουρα ήταν φοιτήτριες και η εικόνα τους μου θύμισε εμένα… στα χρόνια των σπουδών μου να περιπλανιέμαι για ώρες, πότε με ένα σκετς μπλοκ και ένα Β5, πότε με μια παλιά Kodak με καρούλι και να ψάχνω τα παράξενα εκείνα.. ξέρεις..κανένα λουλούδι φυτρωμένο μέσα  σε πέτρες, καμιά ανθρωπόμορφη μουντζούρα στους τοίχους και στα σύννεφα. Ξέρεις… αυτά τα απλά και τα ασήμαντα. Τότε δεν μας πέρναγε καν  από το μυαλό να φωτογραφίζουμε άγνωστους ανθρώπους.
Αναπόφευκτα  η εικόνα αυτών των δύο δραστήριων σωμάτων μου θύμισε αρπαχτικά πάνω σε ένα μισοτελειωμένο κουφάρι..Δυο νεαρά λιοντάρια..Να τραβάνε τις σάρκες… από τη μια ..σάρκες  από την άλλη. Άγρια. Αδίστακτα.  Ναι!.. Σάρκα. Ναι. Σάρκα. Τροφή.
Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν πολύ καλά  πως δεν θα μπορούσα  να μείνω σιωπηλή σε μια τέτοια εικόνα. Η δυνατή φωνή του θυμού μου τις έκανε να παγώσουν. Και είδα στο πρόσωπό τους εκείνη τη  λάμψη: εκείνο το δικό μου: "Δείξτε σεβασμό στους ανθρώπους "  που ακούστηκε, σα να μην το είχαν ποτέ, ξανά, σκεφτεί.
Τις άφησα παγωμένες και συνέχισα το δρόμο μου…Πίσω μου είχαν σταματήσει και άλλοι φοιτητές. Είχαν ακούσει τη φωνή μου. Και έμειναν για να υποστηρίξουν το : “Δείξτε σεβασμό στους ανθρώπους”.

(Τι μας συμβαίνει;)

Λίγες μέρες πριν, ένας φίλος καλλιτέχνης με πήρε τηλέφωνο. Ήθελε να μου δείξει κάτι φωτογραφίες που είχε τραβήξει μετά από μια περιήγησή του στους δρόμους της Αθήνας.. Ήταν ενθουσιασμένος για το φως που είχε πετυχει. Τους ιριδισμούς στην ατμόσφαιρα. Τη  γυαλάδα στις βιτρίνες και στα παγκάκια.
Με το τηλέφωνο στο αυτί μου και εκείνον να μου περιγράφει τις χρυσές τομές του, άνοιξα το ταχυδρομείο  και αυτό που εμφανίστηκε μπροστά μου με πλήγωσε. .Ένας ρακένδυτος άνθρωπος, με βαριά αποστήματα στα βρώμικα και πρησμένα του πόδια, κείτονταν πάνω στο πλακόστρωτο  τυλιγμένος με ένα άθλιο sleeping bag. Το πρόσωπό του ήταν κέρινο. Ένα συνθετικό αποτύπωμα ανθρώπινης ζωής.
Στο αυτί μου, η φωνή του καλλιτέχνη συνέχιζε σαν έντομο να με ενοχλεί. Η χρυσή τομή του οριζόντιου κορμιού τεμνόταν από το κάθετο μιας σιδεριάς και ένα δέντρο και μια πέτρα και  ένας κάδος απορριμμάτων  και ένα σώμα  και μια ζαρντινιέρα  και ένας άνθρωπος και ένα κουτί… και… όλα τα αντικείμενα ολοκλήρωναν παταγωδώς  την παρωδία του δημιουργικού του οίστρου.

(Η καρδιά μου πενθεί.
Ή καλύτερα shoot me).

Τι μας συμβαίνει;
Έλληνες,
Τι μας συμβαίνει;

Frida

Αν μια γυναίκα κoιμηθεί μόνη, ντροπιάζει όλους τους άντρες.
(N.Καζαντζάκης)

The Mexican painter and 20th century icon Frida Kahlo and Russian poet Vladimir Mayakovsky. 
Photo by Robert Toren



Η δασκάλα.

Εαν είσαι δασκάλα και κόρη ενός από τα BIG BOYS και σε τσακώσουν να παραβιάζεις έναν από τους ιερούς όρκους του επαγγέλματός σου,( τουλάχιστον δυο φορές), μπορείς να παραιτηθείς και μετά να σε επαναπροσλάβουν στο γραφείο του μπαμπά για να 
μην χάσεις το συνταξιοδοτικό σου δικαίωμα.
Αν είσαι μια συνηθισμένη δασκάλα σε ένα χωριό της Λευκάδας και βάλεις μια αλβανική σημαία δίπλα σε μια ελληνική, σε ξηλώνουν, σε διασύρουν και σε σέρνουν σε ΕΔΕ και σε συμβούλια μέχρι να ολοκληρώσουν τα πολιτικά τους παιχνίδια πάνω στο κεφάλι σου. Το μέλλον σου άγνωστο.
(Τι δεν καταλαβαίνεις;)









Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Η Ζεστή Μαμά.



Μοναστηράκι Κυριακή
(Φωτογραφία από Έλενα Καραγιάννη)
Μια όμορφη κοπέλα, καλλιτέχνης και αυτή, με ευχαρίστησε ζεστά για αυτό το μικρό κειμενάκι που διαβάσατε προχθές, από εκείνη την απογευματινή μου περιήγηση στο κέντρο. Και μια καινούρια φιλία , με αναφορές σε πολλά επίπεδα, μόλις γεννήθηκε. Αυτό το συναπάντημα ήταν σημαντικό και για έναν ακόμα λόγο: δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταξίωση για έναν καλλιτέχνη, να αισθανθεί ο ΕΝΑΣ το κείμενό του, το σχέδιό του, ή το τραγούδι του. ΕΝΑΣ. Αυτός ο Ένας αρκεί για να σε κάνει να συνεχίσεις να εκτίθεσαι να μοιράζεσαι και να αγγίζεις. Η ζωή εκείνου του Ένα, που συντονίζεται με την δική σου ζωή. Απόλυτα. Για μια έστω στιγμή. Συναρπαστικό δεν είναι;
…«Εκεί «έξω», μου είπε έχει πόνο. Πολύ πόνο και κόπο για την ψύχη». Μεγαλύτερα κακά από αυτήν την ανέχεια που ζούμε εδω. Εκεί «έξω», αισθάνεσαι την αντίθεση του ποιος είσαι πραγματικά. Ο Έλληνας εκεί έξω, είναι σαν ένα παιδί απλό, χαρούμενο, που αποχωρίζεται από την πολύχρωμη και ζεστή μαμά για να εγκατασταθεί σε ένα τυπικό ίδρυμα που θα φροντίζει τις ανάγκες διαβίωσής του για το υπόλοιπο της ζωής του. Δεν χωραει ρατσιστικό στην κουβέντα αυτή . Άλλες προτεραιότητες, άλλος πολιτισμός . Είμαστε διαφορετικοί. Ένα διαφορετικό είδος ομορφιάς και πάστας που για κανένα μισθό και σιγουριά οικονομική δεν αξίζει να ευνουχίσεις και να πετάξεις από την ψυχή σου.
Εκείνη λοιπόν έκατσε λίγο και επέστρεψε τρέχοντας στη Ζεστή Μαμά και στην Ανασφάλειά της.
Την ευχαριστώ.
Το ίδιο πιστεύω και η Μαμά.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ο θυμωμένος παππούς.



Ο Χρόνης Μίσσιος είναι ένας άνθρωπος που έμαθε ανάγνωση και γραφή στα 43 του. Ο γιος τον καπνοκαλλιεργητών, είναι από εκείνους τους λίγους που κατάφεραν να περιγράψουν το Μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης, στη γενιά του αλλά και στην επόμενη. Α
ναπόφευκτα, τα δικά του κείμενα δημιουργούν την ανάγκη για σύγκριση: πόσο κενά, χωρίς ΚΑΥΛΑ, γεμάτα επιδειξιομανία και λεξολαγνεία είναι πολλά από τα σημερινά κατασκευάσματα/ αναγνώσματα που προσπαθούν να περιγράψουν αυτή την επίθεση κατά της ελευθερίας, που ζούμε; Αλίμονό μας.... Ξεμείναμε από Προφήτες..




Ναι είχα ξεχάσει την φωνή εκείνου του θυμωμένου Παππού. Ο θάνατός του μου θύμισε όλα εκείνα τα σοφά του λόγια που είχα ξεχασμένα. Μήπως ο θάνατος των προφητών δεν πυροδοτούσε πάντα τον σπόρο, τον μικρό και τον ασήμαντο; Από το πρωί που το 
έμαθα, δεν σταματώ να τον διαβάζω και να τον ακούω. Και έχει ζεσταθεί η ψυχή μου. Τα λόγια του μπορεί με μιά φευγαλέα ανάγνωση να ακούγονται πικρά και απαισιόδοξα, αλλά όχι. Δείχνει με πολύ ξεκάθαρο τρόπο, τον τρόπο που μπορεί (ναι διάβολε, μπορεί) και να τα καταφέρουμε.


...
"Γιατί δεν γράφω πια; Προσπαθώ να γράφω, αλλά ξέρεις ποιο είναι το μεγάλο δίλημμα που εχω; Δεν ξέρω που να πάω τους ήρωές μου.. Που να τους πάω ρε; Ψάχνω όλον τον πλανήτη να βρω μια τρυφερότητα, μια αγάπη, να βρω κάτι. Να βρω αξίες, ανθρώπινες. Κάτι τέλος πάντων... Που να τους πάω; Δεν έχω που να τους πάω..

...Το σύστημα δεν ανατρέπεται. Αν ανατραπεί θα σημαίνει πυρηνικό ολοκαύτωμα. Δεν γίνονται τέτοιες ανατροπές. Αυτά είναι θεωρητικά πράγματα. Το σύστημα σπάει κομμάτια. Να σπάσουμε τα μεγάλα μεγέθη... Να μπορούμε να ανταμώσουμε πάλι σαν άνθρωποι. και να δούμε τι αξίζει στη ζωή. Η πραγματική ζωή. Ο Έρωτας. Η φιλία. Η ησυχία...."

http://youtu.be/QGCUKSF6ijY

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

4some live @ Dunkel bar

Αυτήν την Κυριακή κατά τις 9, θα φιλοξενηθούμε στη σκηνή του αγαπημένου μας DUNKEL bar. Μην το χάσει κανείς.
Είσοδος ελεύθερη.





Η συμμετοχή μου στο ΕΚΠΛΗΞΗ 4.


Η συμμετοχή μου στο ΕΚΠΛΗΞΗ 4.





Aπόγευμα στην Αθηνα


















Γι αυτό σου λέω. Σταμάτα να γκρινιάζεις.
Πάντα ήμασταν το χωνευτήρι των λαών. Το σταυροδρόμι της πορφύρας,  του μεταξιού, του πάπυρου, του κέδρου,  των θεών και του Έρωτα που έχεις ξεχάσει να πιστεύεις.
 Πάντα ήμασταν  το  σταθερό «Ανάμεσα» των ανθρώπων,  στο πελαγίσιο χάσιμό τους και ο σταθμός ανεφοδιασμού στα ταξίδια τους  από τον έναν κόσμο στον άλλο. Εκείνο το ιερό «Ανάμεσα»  που πάντα ξαπόσταιναν  και δροσίζονταν οι ‘Άλλοι» , κάτω από τις ελιές και τα αλμυρίκια μας και μέσα στο στήθος των εύρωστων γυναικών.
Γι αυτό και είμαστε όμορφοι. Και ζωντανοί. Και μας αρέσει ακόμα  να ξαπλώνουμε αφημένοι στον ήλιο  πάνω σε μια αγκαλιά, και να είμαστε με άλλους ανθρώπους, και να  πίνουμε, να χορεύουμε  και να μπαίνουμε ο ένας μέσα στο σώμα του άλλου αχόρταγα.
Τα ξέχασες όλα αυτά;
Ξέχασες μήπως πως είμαστε από τους λίγους λαούς που ακόμα αγκαλιαζόμαστε στο πένθος μας ή στη χαρά; Που δεν είναι ντροπή για τους άντρες να φιλιούνται από εκτίμηση και οι γυναίκες  να αγκαλιάζουν έναν ξένο άντρα, όπως θα αγκάλιαζαν το παιδί τους για παρηγοριά;  Ξέχασες τη  γιαγιά και τον παππού  πως έκαναν πράξη το Θεό,  γι` αυτό και έτρωγαν  με τους φτωχούς, κοίμιζαν τους ξένους και έλουζαν με έλαιο  και κρασί τις πληγές τους; Πως μπόρεσες να ξεχάσεις όλες αυτές τις μακρινές ιστορίες;
Μη φοβάσαι όμως.   Γιατί έτσι ήταν πάντα η Ελλάδα. Το πεπρωμένο της σφραγίστηκε  για πάντα από τη μουσική, τα καρυκεύματα  και τα χρώματα των ανθρώπων που πέρασαν και την αγάπησαν. 
Αφέσου στην Ομορφιά ….
Ή γίνε  ένας ξένος σε αυτό τον ευλογημένο τόπο.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Το ultramarine πάπλωμα

9-11-12

     Κάτω από το σκουρόχρωμο πάπλωμα, άγγιζα με το πρόσωπο το χνούδι που έχεις στους μηρούς. Μύριζα τον ιδρώτα και μούδιαζα από τις αρχέγονες φερομόνες σου. 


Και εκεί έμεινα, αν και σε ήθελα ξανά.


Έπρεπε να γράψεις.


      Και εγώ χωρίς να μπορώ να κάνω αλλιώς, κρύφτηκα κάτω από το  ζεστό ύφασμα και σε έκανα να νομίζεις πως είχα κοιμηθεί.

     Που και που, με χάιδευες και κάθε μου αντίσταση χανόταν σταδιακά στους ήχους από το πληκτρολόγιο που είχες αγκαλιά,στους κραδασμούς των δαχτύλων σου και στις ανάσες ικανοποίησης που έκανες όταν (μάλλον)τελείωνες τις παραγράφους.

    Μέσα στο εμβρυακό σκοτάδι μου γινόμουν ένα κομμάτι αυτής της μουσικής και η ανάσα μου κρατούσε μια αδύναμη πέμπτη στα κρεσέντο των άλαλων  λέξεών σου. Χωρίς το έλεός σου είχα καταλήξει να είμαι ένα μικρό παθητικό ημιτόνιο  μέσα στα πολλά αρπίσματα .

  Όλη αυτή η ένταση της δημιουργίας(σου)με έκανε κάπως ευτυχισμένη και ήταν κάπως σα να είμαστε μαζί. Ναι σα να είμαστε μαζί. 

Αναπόφευκτα νανουρίστηκα. 

Πάντα




Πάντα.
Να είσαι μια ζεστή και υγρή μήτρα.
Να γίνεσαι μια κόκκινη διαμπερής καρδιά.
Να μην ξεχνάς να δίνεσαι και να ανθίζεις.
Μου το υπόσχεσαι;

Ε.Κ.



Welcome home. Photography by Tara Garner

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Μια μικροσκοπική απόφαση.




Eίναι μια μικροσκοπική απόφαση που πρέπει να πάρεις.
Έχει να κάνει με όλα εκείνα τα ανθρώπινα που έχουν ξεχαστεί.
Να πάρεις εκείνη τη μικροσκοπική απόφαση να μην ξανα-χάσεις ούτε ένα από τα ποτήρια κόκκινου κρασιού που δεν ήπιες με τους αγαπημένους σου αλλά ανέβαλες για αύριο...
Να μην χάσεις ούτε ένα από τα γαλάζια ξημερώματα και τους πρώτους ήχους της πόλης, αλλά να τα ζήσεις πάνω στο πέτρινο κράσπεδο του Λυκαβηττού, τουρτουρίζοντας και γελώντας....
Να πάρεις την απόφαση να μην ξανα-χάσεις ούτε ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο περίπατο στην Πλάκα όσο κουρασμένος και εαν αισθάνεσαι.
Και να στριμωχτείς δίπλα του, γουργουρίζοντας και εκείνος να διαβάζει την εφημερίδα και εσυ το ένθετο.
Ή να σε κλέψουν η Μαρία και η Κατερίνα και να βρεθείτε στο Γιασεμί με διπλό ελληνικό και λουκούμι για να μιλήσετε για τους άντρες και για τις κρέμες νυχτός. 
Και να μην απαρνηθείς ποτέ ξανά το στέρνο του ..και τον ιδρώτα του..και το νανούρισμα της ανάσας του, επειδή πρέπει να ξυπνήσεις πρωί...
Αυτές και άλλες, είναι εκείνες οι μικροσκοπικές αποφάσεις που πρέπει να πάρεις, αλλά στην εποχή της χολέρας είναι γιγαντιαία και τρομακτικά βήματα.
Αυτές όμως είναι που θα μας φέρουν πιο κοντά τον έναν στον άλλον.
 Και αυτό θα είναι ένα μικροσκοπικό αλλά ουσιαστικό βήμα προς την Ελευθερία μας..

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Η ιστορία της γυναίκας σκελετού.























...Χτυπώντας την καρδιά του άντρα σαν τύμπανο, στα χέρια της , άρχισε να τραγουδά: ‘Σάρκα, σάρκα, σάρκα! Σάρκα, σάρκα, σάρκα!’ Κι όσο τραγουδούσε, τόσο γέμιζε το σώμα της με σάρκα. 

Τραγούδησε για ν’ αποκτήσει μακρυά μαλλιά και καλά μάτια και όμορφα παχουλά χέρια. Τραγούδησε για το χώρισμα ανάμεσα στα πόδια της, για στήθη μεγάλα – να του χαρίζουν ζεστασιά κάθε που τ’ αγγίζει. Τραγούδησε για όλα 
όσα χρειάζεται να έχει μια γυναίκα για να είναι γυναίκα.

Κι έχοντας ολοκληρώσει το πρώτο της τραγούδι, τραγούδησε ξανά και τα ρούχα του άντρα γλίστρησαν μακρυά του κι εκείνη χώθηκε στο κρεβάτι δίπλα του, δέρμα με δέρμα. Επέστρεψε την καρδιά του στο σώμα του κι έτσι τους βρήκε η αυγή, τον ένα τυλιγμένο γύρω από τον άλλο και μπλεγμένα τα σώματά τους αλλά αυτή τη φορά με τρόπο διαφορετικό... με έναν τρόπο όμορφο, που θα διαρκούσε όσο και η αγάπη...

“Women who Run with the Wolves” (Dr Clarissa Pinkola Estes)

Η ιστορία της γυναίκας σκελετού.
Μύθοι και ιστορίες του άγριου αρχέτυπου της γυναίκας.