Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Μια ιστορία με αλμυρή μπύρα και πανσέληνο

Εδώ στο Νότο βρίσκουν καταφύγιο πολλών λογιών παράξενα πλάσματα. Αμφίβια και στεριανά, ουράνια και επουράνια, άσχημα και εύσχημα.


Το Καλό Χωριό είναι ένα μικρο ψαροχώρι στο Νότο. Τα καλοκαίρια βουλιάζει από τους ασπρουλιάρηδες ξένους με τα αντίσκηνα και τα φουσκωτά. Οι μόνιμοι κάτοικοι ζήτημα να είναι καμιά πενηνταριά ψυχές. Γέροντες ξεχασμένοι οι περισσότεροι, ή χίπηδες, χρεοκοπημένοι και μερικοί απόκληροι της κοινωνίας.


Θα τους δεις να πίνουν . Και να ξαναπίνουν. Είναι το μόνο που τους αρέσει να κάνουν μετά το ψάρεμα. Και να καπνίζουν Ξεχωρίζουν από μακριά , σαν παλιά γκαζάδικα στα ανοικτά. Όταν τους τελειώσουν τα χρήματα για το πιοτό και τα τσιγάρα βγαίνουν για ψάρεμα με κάτι μικρά πετρελαιοκίνητα για να πιάσουν το Ένα. Το Μεγάλο. Τόνο ή φαγκρί για να το πουλήσουν στους φωνακλάδες ξένους. Ένα ή δύο τέτοια μεγάλα ψάρια αρκούν για να βγάλουν τα έξοδα της εβδομάδας.
Ο Κωστής έπιασε 100 ευρώ σήμερα. Αρκετά για να κεράσει τη παρέα και για να αγοράσει στη Μαρία ένα καινούριο σορτσάκι από τα κινέζικα. Είναι όμορφος άντρας παρά τα 60 χρόνια του. Φαίνεται πως έφαγε τη ζωή με το κουτάλι ή με το σφηνοπότηρο για την ακρίβεια. Έφαγε γυναίκες πολλές και άντρες υποψιάζομαι , από λιμάνι σε λιμάνι. Έκανε ένα γάμο και δυο γιους για να σοβαρευτεί αλλά μάλλον απέτυχε. Τα παιδιά του σπάνια επικοινωνούν μαζί του.
Ο Κωστής ψάρεψε την 25χρονη Μαρία σε κάποιο κωλόμπαρο της ελληνικής επαρχίας. Δεν είναι Ελληνίδα αλλά από τη Δομινικανή Δημοκρατία. Έχει κάνει κονσομασιόν, μπορντέλο, φυλακή, ΚΕΘΕΑ και ένα παιδί που μεγαλώνει με τη μάνα της σε κάποιο σημείο της γης. Η Μαρία βαριέται μόνη της στο τροχόσπιτο και πηγαίνει μαζί του για ψάρεμα, αλλά την πειράζει η θάλασσα και την περισσότερη ώρα ξερνάει στην πρύμνη της Γοργόνας.
Αγαπιούνται. Ο μήνας του μέλιτος ήταν ένα ταξίδι με τη Γοργόνα μέχρι το Βόλακα του λιμανιού. Έγινε η κυρα του Κωστή και αυτός ξαπλώνει κάθε βράδυ στην πρησμένη από τις μπίρες κοιλιά της και στη χαρακωμένη της αγκαλιά. Νανουρίζονται μέσα σε αυτήν την ελευθερία την εγκλωβισμένη, στο μικρο αλμυρό ψαροχώρι του Νότου. Σα μαντρωμένα σκυλιά.



Η Μαρία απόψε δεν πήγε για ψάρεμα, αλλά κάθισε μαζί μου . Ήθελε την παρέα μου. Και εκεί μαζί που πίναμε είχα το χρόνο να μετρήσω τις χαρακιές και τα τατουάζ στα χέρια της.
Δε μίλαγε πολύ αφού δεν ήξερε πολλά ελληνικά. Και αυτά τα λίγα ήταν κάπως αστεία. Μου χαμογέλαγε συνέχεια όμως και μάλλον προσδοκούσε να την ανακουφίσω από τη ανία της. Εκείνο το απόγευμα ήρθε και η Κατερίνα . Μια 50αρα ξερακιανή, πάντα με ένα ούζο στο χέρι. Μόνη τώρα, αλλά υπήρξε παντρεμένη πιο παλιά. Μετά το χωρισμό για να κοιμηθεί χρειάζεται να αδειάσει 3-4 ούζα με πάγο. Μόνο για το ποτό μου μιλούσε εκείνο το απόγευμα που περιμέναμε όλες μαζί τον Κωστή να γυρίσει με τους λούτσους και τις ζαργάνες.


Είχε μια θλιμμένη ομορφιά αυτή η παρέα.
Με παρέσυραν στο μεθύσι τους. Ήταν τόσο φυσικό μια γυναικά να πίνει εκεί στο μικρο αλμυρό ψαροχώρι. Όπως και οι άντρες. Με ένα ποτό και μια θλίψη.
Αλμυρή Όμορφη θλίψη.


Και όταν η Μαρία μέθυσε βούτηξε στη θάλασσα με το σημαδεμένο παχουλού κορμί της και επέστρεψε για να συνεχίσει να επιβιώνει πάνω στη ζεσταμένη μπίρα.


Η πανσέληνος αυτή του Αυγούστου, είπαν, είναι μοναδική γιατί συμβαίνει κάθε 35 χρόνια.
Η σελήνη κατεβαίνει πολύ κοντά και αγιάζει τους ανθρώπους απαλά με το φως της.
Και μπερδεύεται με τον αχνό από τη θάλασσα και τα χνότα από το ούζο και την αλμυρή μπύρα.

Έλενα Καραγιάννη
14-8-2014