Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Αντιστέκομαι.



10 Οκτωβρίου 2012

(Εάν δεν πιστεύεις στη δύναμη της θλίψης που μπορεί να αφυπνίσει, σε παρακαλώ να  μην διαβάσεις το παρακάτω κείμενο).


19:35μμ

Προσπαθώ. Ο φόβος  στέκεται μετέωρος  πάνω από το κεφάλι μου. Αντιστέκομαι. Αντιστέκομαι ξανά. (Αντιστέκομαι;)  Προσπαθώ να καταλάβω, ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μου αυτόν τον καιρό. Η απραξία, η ανέχεια, ή η μοναξιά;  Ο εαυτός μου; Ο εαυτός μου ή οι άλλοι;
Μένω στο σκοτάδι και περιμένω κάποιος  να μου πει εκείνες τις τρυφερές  ιστορίες όπου ο ήρωας και ο αδικημένος πάντα δικαιώνονται. Κάποιος να με χαϊδέψει στα μαλλιά και να με καθησυχάσει: “Όλα θα πάνε καλά”. Αλλά δεν έρχεται κανείς.
Και βυθίζομαι σε αυτήν την απραξία. Αυτή είναι η πιο τρομακτική και τερατώδης.  Η ανέχεια δεν με τρομάζει. Την έχω ξαναδεί.  Και επιβίωσα. Ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά για να είναι ευτυχισμένος. Τα λίγα είναι αρκετά για να του δώσουν την ελπίδα να συνεχίσει  να παλεύει για περισσότερα και καλύτερα. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της γενιάς μου. Τα παιδιά των παιδιών της Μεταπολίτευσης είχαν λίγα ως παρακαταθήκη και κληρονομιά τους ήταν μόνο η προτροπή να κάνουν άλλα, καλύτερα και περισσότερα. Μεγαλώσαμε με 2-3 παιχνίδια, με  ένα καλό φόρεμα για τις γιορτές και τρώγαμε κρέας μόνο μια φορά την εβδομάδα.  Αλλά κοίτα μας… Γίναμε τα σπουδαγμένα παιδιά εκείνων των  αμόρφωτων γονιών που έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους δουλεύοντας χειρονακτικά. Ο αγώνας συνεχίστηκε και για εμάς, αλλά εμείς τουλάχιστον είχαμε τις προοπτικές και τις πιθανότητες με το μέρος μας. Οι περισσότεροι τα καταφέραμε. Καταφέραμε δηλαδή να έχουμε μια ζωή που θα χωράμε σε αυτήν.
Τελευταία  όμως όλα  κινούνται  τόσο αργά, βαριά και δυσκίνητα. Η αμφιθυμία κυριαρχεί. Σα να ζούμε τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας και μια ατμόσφαιρα τοξική και μολυσματική βγαλμένη από διήγημα του Καμύ. Σήμερα στάθηκα για αρκετή ώρα στο κέντρο του εργαστηρίου μου... Σα να περίμενα να συμβεί κάτι χωρίς τη δική μου συμμετοχή, κοίταγα για ώρα τους τοίχους με τα παλιά μου έργα.  Μετά άπλωσα  λίγο χρώμα σε ένα ξύλο...λίγη κόλλα σε ένα χαρτί.... μια μαύρη γραμμή. Και κουράστηκα. Αισθάνθηκα τους  ώμους μου  να γέρνουν. Όλα έγιναν τόσο κοπιαστικά και μάταια. Κουράστηκα. Το μόνο που ήθελα να κάνω είναι να ξαπλώσω και να κοιμηθώ μήπως και πάψω να σκέφτομαι. Γιατί όσο σκέφτομαι καταθλίβομαι. Και όσο σκέφτομαι θυμώνω. Γιατί δεν βγάζει νόημα. Γιατί σε εμάς; Γιατί τώρα; Ερωτήματα που ταλανίζουν εκείνους που πενθούν το χαμό ενός αγαπημένου.  Και είναι πια τόσο  δύσκολο.... Να γεμίζω τη μέρα μου με κίνητρα για να μπορώ να στέκομαι στα πόδια μου. Να γεμίζω τη ζωή μου με κίνητρα για εμένα, για τους μαθητές μου, για την Τέχνη...
Αυτό το βάρος της απραξίας ενισχύεται από αυτήν τη διαβολεμένη μοναξιά. Αυτή η μοναξιά είναι μοναδική. Είναι διαφορετική. Ένα είδος μοναξιάς που δεν  έχω ξανασυναντήσει. Αυτή με τρομάζει περισσότερο από την ανέχεια και την απραξία. 
Όλοι εκείνοι. Εμείς. Άνθρωποι νέοι, εγκλωβισμένοι στα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, ή στα όνειρα που τελικά στερήθηκαν ενώ τα είχαν για λίγο στα πραγματικά τους χέρια. Αυτά τα όνειρα ήταν (είναι) τα Πάντα. Είχαμε όλοι επενδύσει σε αυτά. Αλλά ΠΟΥ είναι ο Άνθρωπος μέσα σε αυτό; Που είμαι εγώ πραγματικά και που είναι οι άλλοι; Ο Εαυτός και οι άλλοι όμοιοί μου; Είμαστε μόνοι  πια, με αναμνήσεις από όνειρα και κάποια κατασκευασμένα κίνητρα. Με ψευδαισθήσεις επαναστάσεων,  με ουτοπίες  αλλαγών και ψυχαναγκαστικής αναγέννησης,  με  virtual  σκοπούς για το όμορφο και την ποίηση, για την τέχνη και τον ανθρωπισμό.. Με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε με άλλους... Ότι ανήκουμε κάπου....ότι είμαστε ..μαζί. (Αντιστέκομαι ;) Λουφαγμένες ψυχές. Πληγωμένες, αδειασμένες. Ματαιωμένες. Σε αδιέξοδο. Μόνοι.
Και είναι πιο επώδυνο επειδή τώρα πια, όλοι βλέπουμε πως αυτό το κενό υπήρχε από παλιά. Πριν ξεκινήσει η Λαίλαπα. Καταναλώναμε ανθρώπους. Ψάχναμε κίνητρα και αφορμές ή  χειροπιαστούς λόγους  για να  είμαστε με άλλους. Οι φίλοι και οι εραστές είχαν γίνει το τεκμήριο  και το μέσο να καλύπτονται οι  ναρκισσιστικές ανάγκες μας.  Γιατί στην πραγματικότητα δεν είχαμε μάθει να είμαστε με άλλους. Τα όνειρά μας ήταν μια εγωιστική υπόθεση. Εμείς. Για εμάς. Εγώ.
Η τελευταία γενιά των ελλήνων, κείτεται μόνη με κακοποιημένα φτερά. Ανίκανη να ζητήσει βοήθεια. Ανίκανη να συσχετιστεί . Ανίκανη να παραδεχτεί πως ¨έχασε. Ανίκανη να ζητήσει βοήθεια στην μοναξιά της. Ανίκανη να σταθεί δίπλα σε άλλους και ανίκανη να συμπράξει. Λαβωμένη και μοναχική. Ένα γερασμένο παράλυτο  βρέφος. 
Όχι. Δεν πιστεύω πως θα είμαστε εμείς αυτοί που θα φέρουμε την αλλαγή. Οι επαναστάσεις προϋποθέτουν  να υπάρχει η ικανότητα του να συμπράττω, συντρώγω, συνοδοιπορώ, συνυπάρχω, συνδιαλέγομαι.  Αυτή η γενιά δεν έχει τον σπόρο αυτό της επανάστασης  στα σωθικά της. Βγήκε στους δρόμους για λίγο, αλλά βγήκε για τον εαυτό της. Γι αυτό θύμωνε με όσους δεν βγήκαν και αγανακτούσε με όσους δεν αγανάκτησαν μαζί της. Βγήκε για να έχει άλλο ένα ακόμα κίνητρο. Δεν βγήκε για να φέρει αλλαγή.
 Όχι. Δεν πιστεύω σε αυτήν τη γενιά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να μάθει να σκέφτεται πέρα από όνειρα, πέρα από κίνητρα και πέρα από τις δικές της ανάγκες.
Ίσως πάλι, αυτός ο  αργός μας θάνατος, να μην είναι θάνατος αλλά η θυσία που θα ποτίσει και θα προετοιμάσει τους επόμενους που θα αναστήσουν πραγματικά αυτήν την χώρα.

Με εκτίμηση, με πολλή αγάπη, με πολλή θλίψη και θυμό,
Έλενα Καραγιάννη

Δεν υπάρχουν σχόλια: