Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Στο δάσος με τις αρχαίες βελανιδιές

(Μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά τα χρόνια....)

...Το αγροτικό  χτυπούσε  πάνω στις μεγάλες πέτρες. Ήταν περασμένες 2 το πρωί.
Οδηγούσαν περισσότερο από μια ώρα. Από κάποιο σημείο και μετά οι δρόμοι δεν της θύμιζαν κάτι. Δεν είχε σημασία. Είχε κρεμάσει το χέρι  της από το ανοικτό παράθυρο. Οι μυρωδιές από τη φύση είχαν εισβάλει μέσα  στο αυτοκίνητο και μπερδεύονταν με τη μυρωδιά του Άντρα : μύριζε θυμάρι, πεύκο και φασκόμηλο. Του έριχνε πλάγιες ματιές ενώ εκείνος ψιθύριζε  μια μελωδία. Ήταν όμορφος. Ένας γίγαντας. Ένα αγρίμι αδάμαστο. Όμορφος σαν άγριος λύκος. Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τα μακριά ξανθά μαλλιά που έπεφταν στους ωμούς του.

Παράξενη βραδιά. 
Έκλεισε τα μάτια. 
Ήθελε να κλάψει. Παράξενη βραδιά. Παράξενα όμορφη.

Ο Άντρας έστριψε το τιμόνι και βγήκαν από τον κεντρικό  δρόμο. Μέσα από θάμνους και μονοπάτια κατευθύνθηκαν προς ένα λόφο. Ήταν σκοτεινά. Καθώς ανέβαιναν το μόνο φως που ερχόταν ήταν από τα μακρινά φώτα της πόλης και από τα αστέρια. Όσο ανέβαινε τον λόφο το αυτοκίνητο τόσο τα αστέρια γέμιζαν τον ουρανό.Σε μια ακόμα στροφή βρέθηκαν μπροστά σε ένα δάσος με βελανιδιές.
Σε άλλες συνθήκες θα μπορούσε να είχε παραλύσει από φόβο. Πολλά θα μπορούσαν να συμβούν σε αυτήν την ερημιά. Όσο και να ουρλιάξεις μέσα σε ένα δάσος από αρχαίες βελανιδιές δεν θα σε ακούσει κανείς. Εκείνη όμως δεν φοβόταν.

Ο Άντρας τράβηξε το χειρόφρενο και βγήκε έξω από το αυτοκίνητο. Μέσα στο σκοτάδι είδε την μπλε σκιά του να τεντώνεται και να χάνεται πίσω από τα κλαδιά. Μετά από λίγο είδε το λευκό από τα μάτια και τα δόντια του  να τρυπάνε το σκοτάδι. Την πλησίασε. Χαμογελούσε. Της ζήτησε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου και άφησε πάνω στα πόδια της τα αχλάδια που μόλις είχε κόψει. Με ενα μαχαίρι καθάρισε ένα και την τάισε στο στόμα.

-Έλα! της είπε.
Ένιωσε τη παλάμη της να λιώνει μέσα στη δική του καθώς την τράβηξε μέσα στο δάσος με τις αρχαίες βελανιδιές.
Έβλεπε το σχήμα από το σώμα του να υψώνεται μπροστά της και να την παρασύρει . Κάτω από το φως των αστεριών όλα είχαν γίνει μπλε. Ένα πηχτό μπλε πλαγκτόν είχε τυλίξει τον κόσμο εκείνο το βράδυ.

«Που πάμε;», τον ρώτησε.
Μέσα στην μπλε αυτή αστεροσκονη είδε τα μάτια του και το άσπρο των δοντιών του να της χαμογελούν.

«Έλα. Απόψε θέλω να ακούσεις και να δεις».

Αφέθηκε στην παλίρροια του Άντρα που την τραβούσε μέσα στις αρχαίες βελανιδιές..
Για έναν ανεξήγητο λόγο αισθάνθηκε μια παράξενη ευφορία να την πλημμυρίζει. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό. Νόμιζε πως είδε νεράιδες, ξωτικά και δαίμονες να κρέμονται από τα κλαδιά και να τη χαιρετούν. Αλλά δεν φοβόταν. Αισθάνθηκε οικειότητα. Ελευθεριά. Σα να είχε ξανά κάποτε περπατήσει σε αυτό εδώ το δάσος με τις αρχαίες βελανιδιές.

Ο Άντρας την έφερε στην άκρη του δάσους. Στην άκρη της πόλης. Στην άκρη της γης. Βρίσκονταν πάνω από την πόλη. Στα πόδια τους είχαν τον κόσμο. Μπροστά από τα δάχτυλα των ποδιών της ήταν οι αυτοκινητόδρομοι, τα σπίτια, η θάλασσα. Αισθάνθηκε παντοδύναμη. Αισθάνθηκε τεράστια. Για εκείνο το βράδυ ήταν η Θεά Άρτεμις της γονιμότητας, Η Θεα Μα-Κίγια της Σελήνης. Η θεά Τσάσκα του λυκόφωτος.

Ο Άντρας λύκος την τράβηξε και της ζήτησε να κάτσει πάνω σε μια λεία πέτρα που έμοιαζε με βωμό.
Και εκείνος τότε  κούρνιασε ανάμεσα στα πόδια της σα  μωρό.

«Μείνε!» της είπε σχεδόν σα να την παρακαλούσε. 
«Μαζί μου», 
είπε ο Λυκάνθρωπος με τα λευκά δόντια.

-"Αυτό δεν μπορεί να γίνει.
Δεν θα γίνει ποτέ".

Είπε εκείνη και τον χάιδεψε στα μακριά  μαλλιά του.


Και τότε ο άντρας λύκος σηκώθηκε, 
τέντωσε το σώμα του, 
έπεσε πάνω της 
και την κατασπάραξε.



Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Ελληνικό σχολείο. Όπως λέμε φυλακές Κορυδαλλού;

Παρακάτω θα βρείτε το κείμενο που έγραψα στο ένθετο της Αυγής, για την Εκπαίδευση, το ΠΑΙΔΕΙΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ (τεύχος 109).

Οι παρακάτω  σκέψεις προέκυψαν μετά από την επίσκεψή μου στην φυλακή του Κορυδαλλού σε ενα πρόγραμμα υποστήριξης των οροθετικών κρατουμένων που διοργανώνει η Θετική Φωνή.
Αν κάποιοι θεωρήσουν "βλάσφημη" την απόπειρά μου αυτή να συγκρίνω το σχολείο με τις φυλακές, λυπάμαι.
Κάποιοι άλλοι και θέλω να πιστεύω οι περισσότεροι θα "καταλάβουν".

Ακολουθεί το άρθρο μου:

Ελληνικό σχολείο. Όπως λέμε φυλακές Κορυδαλλού;




Τη χρονιά που πέρασε είχα την ευκαιρία μαζί με μέλη του συλλόγου οροθετικών Θετική φωνή και μέλη  από το  Δίκτυο Τέχνης και Δράσης να βρεθούμε μέσα στο νοσοκομείο των φυλακών του Κορυδαλλού για να ζωγραφίσουμε κάποιους  τοίχους μαζί με τους κρατούμενους. Εκτός από τη δράση αυτή, προσπάθησα να συνδέσω το μάθημα των εικαστικών και τους μαθητές μου με τους ανθρώπους  που κρατούνται εκεί.  Μπορεί να  ακούγεται κάπως αιρετικό, αλλά είχε αποτέλεσμα γιατί βοήθησε τα  μικρά παιδιά να δείξουν με έναν ενεργητικό τρόπο, αποδοχή σε μια ευπαθή ομάδα. Και απο την άλληπλευράτο άβατο της φυλακής γέμισε με χρώματα και παιδικές “φωνές”: «Θα τα καταφέρεις!» είπε ο μικρός Γιάννης της Γ` τάξης και ο 40χρονος Κώστας που κουβαλάει το βάρος των 7 χρόνων εγκλεισμού, της τοξικοεξάρτησης και του HIV, δάκρυσε και αισθάνθηκε για λίγο σημαντικός και πως Ναι, μπορεί να τα καταφέρει. Μαζί με  άλλους κρατούμενους  ανταπέδωσαν κάρτες με ευχές και συμβουλές που τις έδειξα με τη σειρά μου στα παιδιά.
Τι δουλειά έχουν οι ζωγραφιές των παιδιών στα χέρια κακοποιών;” είπε ένας γονέας.  Αυτές οι ζωγραφιές ήταν μια  μικρή  πράξη δημοκρατίας. Με αυτές παραβιάσαμε λίγο την εσωστρέφεια  του ελληνικού σχολείου και τα παιδιά έμαθαν πως ο Λόγος  και οι Πράξεις τους έχουν αξία και μπορούν να επιδράσουν πάνω στις ζωές άλλων ανθρώπων.
Το Ελεύθερο  και  Ανοικτό σχολείο της κοινότητας, το Δημοκρατικό σχολείο, το σχολείο της Ειρήνης, της Αλληλεγγύης, της Ισότητας,της Αποδοχής, κ.α. είναι ιδέες  που  ακούμε πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια από πολλές πλευρές, επίσημες και μη  και όλο και πιο συχνά προσφέρονται ανάλογες θεωρητικές επιμορφώσεις.
Πόσο απέχει όμως η θεωρία από την πράξη; Πρόκειται για ένα ακόμα εκπαιδευτικό trend όπως τόσα άλλα που έχουν  αντιμετωπιστεί επιδερμικά;
Προσωπικά στέκομαι κριτικά απέναντι σε όλη αυτήν την τάση. Έχω αναθεωρήσει και έχω συνειδητοποιήσει πως στο παρελθόν υπηρέτησα σχολεία που μπορεί να μιλούσαν για το Ελεύθερο και Ανοικτό Σχολείο,  αλλά μόνο αυτό δεν ήταν στην σχολική ρουτίνα τους.
Μέσα από αυτό το άρθρο έχω να δηλώσω πως ήταν σοκαριστική η διαπίστωση του πόσα πολλά κοινά σημεία  υπάρχουν ανάμεσα στα δύο αυτά  ιδρύματα, το ένα των φυλακών και το άλλο του σχολείου. Ξεχώρισα και παραθέτω κάποια από αυτά.
Αρχικά οι ομοιότητες είναι στο χώρο. Μια γκρίζα ώχρα κάλυπτε όλους τους τοίχους. Το γνωστό χρώμα του Δημοσίου. Ο εξοπλισμός και οι παλαιές αίθουσες ήταν επιφορτισμένες με πολλές προσπάθειες ανακαίνισης. Έβλεπες σε διάφορα σημεία εικόνες αγίων μαζί με εικόνες εθνικών ηρώων. Οι φυλακές όπως και τα σχολεία έχουν κάγκελα, φράχτες, λουκέτα, σιδερένιες πόρτες και προστατευτικά τείχη. Όχι, δεν με τρόμαξαν οι εικόνες του «κολαστηρίου», γιατί έχω δει πολλά ελληνικά σχολικά κτίρια τα τελευταία 18 χρόνια της διδακτικής εμπειρίας μου, που ήταν πιο  βρώμικα, πιο μουχλιασμένα και πιο σκοτεινά.
Ομοιότητες υπήρχαν στα μέτρα ασφαλείας. Όπως στις φυλακές έτσι και στα σχολεία, κανείς δεν μπορεί να βγει όπως και κάνεις δεν μπορεί να μπει. Οι γονείς και στα δύο «ιδρύματα» δεν έχουν ελεύθερη πρόσβαση να δουν τα παιδιά τους. Θέλεις ειδική άδεια ή να έχεις προσκληθεί από κάποιον δάσκαλο ή τον διευθυντή. Για λόγους ασφάλειας και τάξης φυσικά.  Μέσα σε αυτόν τον περιορισμό κυκλοφορούν κάποιοι φύλακες εφημερεύοντες. Όπως στα σχολεία έτσι και στις φυλακές, αυτά τα άτομα ελέγχουν να μην βγει κάποιος έξω, περιορίζουν τους χώρους που μπορεί να κινούνται οι κρατούμενοι και επιβλέπουνν ώστε  να μην βλάψει ο ένας τον άλλον.
Το διάλειμμα. Όπως και στα σχολεία έτσι και στις φυλακές υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες όπου οι έγκλειστοι επιτρέπεται να έχουν ελεύθερη ώρα και να κάνουν αυτό που επιθυμούν. Τις υπόλοιπες ώρες μένουν κλειδωμένοι στα κελιά τους. Μόνο για ειδικούς λόγους υγείας ή για να χρησιμοποιήσουν το μπάνιο  επιτρέπεται να βγουν. Ακόμη και σε αυτές τις ελεύθερες ώρες όπως και οι μαθητές, οι κρατούμενοι δεν μπορούν να μετακινηθούν όπου θέλουν στον χώρο παρά μόνο εκεί που τους έχουν υποδείξει οι εφημερεύοντες  φύλακες.
Εδώ υπάρχει μια διαφορά γιατί στην ελεύθερη ώρα στις φύλακες, επιτρέπεται στους κρατούμενους να έχουν κάποιες δραστηριότητες που θα τους βοηθήσουν να εκτονωθούν. Για παράδειγμα ακούνε δυνατά τη μουσική που τους αρέσει ( πχtrance) και γράφουν, ζωγραφίζουν, κάνουν γυμναστική, παίζουν ποδόσφαιρο κ.α.. Σχεδόν καθημερινά στις φυλακές μπαίνουν ομάδες σαν και τη δική μας για να κάνουν κάποια δραστηριότητα (τέχνης, υποστήριξης, ενημέρωσης κ.α.) Στα σχολεία στα διαλείμματα δεν συμβαίνει αυτό και  συνήθως απαγορεύεται τα παιδιά να χρησιμοποιούν πράγματα που μπορεί να τα τραυματίσουν, όπως μπάλες, πλαστελίνες, παιχνίδια και  πινέλα. Γενικά στα διαλείμματα τα παιδιά δεν επιτρέπεται να κάνουν οτιδήποτε δημιουργικό, παρά μόνο να τρέχουν και να πέφτει το ένα πάνω στο άλλο. (Σε σχολείο που έχω δουλέψει απαγόρευαν στα παιδιά να τρώνε στο υπαίθριο  γηπεδάκι του σχολείου για να μην το λερώσουν) .
 Μπορώ να πω και άλλες πολλές ομοιότητες και διαφορές. Τι νόημα έχει να κάνω αυτή τη «βλάσφημη» σύγκριση; Ίσως έχει νόημα οι χώροι  ενός σωφρονιστικού ιδρύματος να είναι  ανέκφραστοι και  αδιάφοροι. Ίσως να έχει νόημα οι εργαζόμενοι εκεί να είναι μετρημένοι και αυστηροί. Ίσως οι δομές εκεί να έχει νόημα που είναι περιοριστικές και αποτρεπτικές.(Ίσως και όχι).
Στο σχολείο όμως τι νόημα έχουν τα κάγκελα; Τα ελεγχόμενα  «επισκεπτήρια» των γονέων; Οι ψυχροί διάδρομοι και οι τακτοποιημένες μόνο με τα απαραίτητα αίθουσες; Ελπίζω να μην μου καταλογίσετε πως δεν αναγνωρίζω την ευθύνη των εκπαιδευτικών για την ασφάλεια των παιδιών. Απλά αναφέρομαι στους τρόπους που έχουμε επιλέξει να εφαρμόζουμε την ασφάλεια αυτή.
Έχω την εντύπωση πως όλη αυτή η συζήτηση για το Δημοκρατικό σχολείο δεν θα γίνει πρακτικά εφικτή εάν δεν αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε τα κενά της δημοκρατίας και τις κρυφές διαστάσεις της  καταστολής στις πρακτικές που εφαρμόζουμε στο ελληνικό σχολείο. Μέσα σε όλον αυτόν το διάλογο έχουμε ξεχάσει να δώσουμε Λόγο και Χώρο στα παιδιά. Έχουμε ξεχάσει τις ανάγκες τους. Το δικαίωμα να εκφράζονται. Την επιθυμία τους να κινηθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, να περπατήσουν, να παίξουν, να ουρλιάξουν,  να νιώσουν το σώμα τους και την ελευθερία μέσα σε αυτό, αντίθετα καταπιέζονται σε ένα στείρο ίδρυμα όπου «τα πάντα Μη». Επίσης αναρωτιέμαι γιατί η δημοκρατικότητά μας σταματά στους γονείς και σε αυτούς στερούμε το δικαίωμα να έχουν λόγο και ενεργητική παρουσία μέσα στο χώρο που μεγαλώνουν ψυχικά και σωματικά τα παιδιά τους; Οι ρόλοι σαφώς και είναι διακριτοί αλλά γιατί θεωρούμε επιτυχία και καλή διοίκηση το να κρατάς τους γονείς «μακριά από τα πόδια σου;» Γιατί φοβόμαστε να παραδεχτούμε πως κάποια από τα σπουδαιότερα εκπαιδευτικά μοντέλα που εφάρμοσαν τις δημοκρατικές αρχές  δεν έγιναν από τους εκπαιδευτικούς  ή τα υπουργεία, αλλά σε συνεργασία με τους γονείς; (πχ Reggio Emilia).
Έχει νόημα να συγκρίνω το σχολείο με τις φύλακες, γιατί  ο Χώρος είναι ζωντανός, και τα κτίρια  έχουν  φωνή. Ο χώρος είμαστε εμείς. Είναι η εικόνα και η ομοίωσή μας. Δεν είναι μεταφυσικό, δεν είναι φενγκ σουι, είναι πραγματικότητα. Όπως τα ρούχα που φοράμε έτσι και οι τοίχοι εκφράζουν ιδεολογίες, αλλά εκφράζουν και παθογένεια. Ο χώρος είναι μια οντότητα και σύμφωνα με τον Vygotsky, μετά τον εκπαιδευτικό και τον συμμαθητή, είναι ο τρίτος δάσκαλος του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον.
Μέσα σε αυτούς τους τοίχους λοιπόν  μεγαλώνουμε  παιδιά με την αισθητική και την οργάνωση ενός σωφρονιστικού ιδρύματος. Τι πολίτες προσδοκούμε να βγουν από εκεί; Εκτός και αν τελικά αυτήν την Ψυχοσύνθεση θέλουμε να δημιουργήσουμε, δηλαδή παιδιά κρατούμενους, υποταγμένα, εγκλωβισμένα  ανάμεσα σε γκρι ανέκφραστα κτίρια και εφημερεύοντες που καραδοκούν με  επίπληξη και τιμωρία. (Ακόμα έχω στα αυτιά μου την θυμωμένη  φωνή της γυμνάστριας να απειλεί πως όποιο παιδί φάει το κολατσιό του στο  υπαίθριο γηπεδάκι του σχολείου, θα τιμωρηθεί).
Μα εμείς τους δίνουμε ελευθερία μέσα από τα μαθήματά μας, μπορεί να πει κάποιος. Εγώ λέω πως και εκεί κρατούμενους φτιάχνουμε.  Εγκλωβισμένα παιδιά  σε παρωχημένα βιβλία, αποκομμένα από τον πραγματικό κόσμο και την σύγχρονη ιστορία, παιδιά απενεργοποιημένα και παθητικά, παιδιά κομπάρσους σε σπουδαία ανθρωπιστικά project που τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχουμε εμείς οι δάσκαλοι, για το μπράβο των συμβούλων, για το χαρτί της βεβαίωσης και για να εμπλουτίζουν τα βιογραφικά τους οι  διευθυντές των σχολείων. Φτιάχνουμε γιορτούλες μιας ημέρας, ή μίας ώρας, με το σπουδαίο αντιρατσιστικό μήνυμα, για να τις φωτογραφίσουμε και να τις αναρτήσουμε σε σελίδες και μετά να επιστρέψουμε στην  απάθεια και τον ρατσιστικό λόγο που εκφράζουμε ανοικτά κατά των μαθητών εκείνων  που  δεν ταιριάζουν στα μαθητικά καλούπια  της κανονικότητας, που καταπιέζονται και αντιδρούν πολλές φορές με ασυνείδητους ακόμα και αυτοκαταστροφικούς τρόπους .
Πως θα αλλάξει;  Όσα σεμινάρια και όσα άρθρα και αν γραφτούν εάν ο ίδιος ο δάσκαλος δεν θέσει τα ερωτήματα, δεν αλληλεπιδράσει θετικά με ΌΛΑ τα μέλη της σχολικής κοινότητας, εάν δεν σταθεί κριτικά απέναντι σε αυτό το  εχθρικό για την παιδική ηλικία σχολείο που υπηρετεί, εάν δεν συνειδητοποιήσει πως και ο ίδιος είναι φυλακισμένος σε ένα σύστημα κακοποιητικής  Κανονικότητας, εάν δεν ζητήσει στην πράξη να ακουστεί η φωνή του, εάν δεν αντιδράσει σε αυτές τις παρωδίες συλλόγων διδασκόντων όπου του έχουν επιβάλει τον  παθητικό ρόλο του ακροατή ανακοινώσεων,  τότε φοβάμαι πως δεν θα βρεθούν πρακτικές και ειλικρινείς εφαρμογές για ένα Ανοικτό και Δημοκρατικό σχολείο.
Και κλείνοντας, η πιο μεγάλη διαφορά είναι πως οι φυλακισμένοι του Κορυδαλλού ξέρουν πως είναι φυλακισμένοι.
Καιρός να αναζητήσουμε όλοι την ευθύνη που μας αναλογεί.


Ελένη Καραγιάννη
Εικαστικός/ εκπαιδευτικός εικαστικής αγωγής
Ιδρυτικό μέλος στο Δίκτυο Τέχνης και Δράσης


 Περισσότερα για το Δίκτυο Τέχνης και Δράσης αλλά και τη δράση στις φυλακές μπορείτε να βρείτε σε αυτόν τον σύνδεσμο:http://projectsballoons.blogspot.gr/p/blog-page_37.html

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Και αρχίζεις να βλέπεις.



Κι έρχεται εκείνο το ευλογημένο φεγγάρι που σταματάς να πονάς
Είναι που έχεις ανοικτή στέπα μπροστά σου
και απάτητο χιόνι 
και αχαρτογράφητα νερά 
και λευκές σελίδες.

Δεν χωράει πόνος εδώ.
Μόνο προσμονή.
Που εκρήγνυται.
Που ουρλιάζει.
Σε πετάει.
Μακριά
Και ψηλά.
Και πιο ψηλά.
Και βλέπεις.

Και αρχίζεις να βλέπεις.

Aπό εδώ και πέρα μόνο με τους λύκους.






Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Ένα αγόρι που το λένε Μοχάμεντ.

Και όσο το προσφυγικό ξεθωριάζει και γίνεται άλλη μια καθημερινότητα, τόσο χάνεται και εκείνος ο πρώτος ηρωισμός του να «σώζεις» ανθρώπους. Είναι εκείνη η κούραση βλέπεις, που σε κυριεύει. Όμως κάπου εκεί ανάμεσα στο Σχιστό, στο Ελληνικό στον Πειραιά, στα Εξάρχεια και στην Κυψέλη, συναντάς εκείνα τα μικρά αγόρια και τα μικρά κορίτσια που μπορούν και συγκλονίζουν την ύπαρξή σου. Κι εκεί που λες πως θα είναι το τελευταίο μεσημέρι  που επιστρέφεις κομμάτια από τη δουλειά , και που αρπάζεις 2 φέτες ψωμί και μια τυρί, που ξαναμπαίνεις σαν κυνηγημένη στο αυτοκίνητο για να βρεθείς σε κάποιο καταυλισμό, εκεί μέσα σε όλο αυτό, τυχαίνει να βρίσκεται στο δρόμο σου ένα μοναδικό αγόρι.
Κάτι συμβαίνει μέσα σε όλη αυτή τη λαοθάλασσα των παιδιών και κάποιες φορές συνδέεσαι μαζί τους με ένα παράξενο εσωτερικό τρόπο. Πολλές φορές έχει συμβεί σε εμένα και σε άλλους φίλους αυτή η παράξενη εμπειρία. Προχθές είχε έρθει η μητέρα μου σε ένα καμπ. Ένα ήρεμο κοριτσάκι  από το Αφγανιστάν την κοίταξε στα μάτια. Κατέληξαν αγκαλιά να κλαίνε και οι δυο... Δεν αντάλλαξαν ποτέ κάποια κοινή λέξη. Απλά κοιτάχτηκαν στα μάτια και αυτό το κοίταγμα ήταν η δήλωση πως “σε καταλαβαίνω”.

Έτσι έγινε και με τον Μοχάμεντ. Μπορεί να είναι κάπου στα 10 αλλά έχει ζήσει τόσα πολλά. Ήρθε από την Σομαλία με τους γνωστούς τρόπους. Το κεφάλι του είναι γεμάτο εκζέματα, από εκείνα που δημιουργεί ο ήλιος και η σκόνη στο παιδικό τρυφερό δέρμα.
Έχει άλλα 5 αδέρφια. Δεν είναι ο μεγαλύτερος αλλά όλη η οικογένεια εξαρτάται από αυτόν, γιατί έχει το χάρισμα να μαθαίνει γλώσσες. Ήδη γνωρίζει 6 γλώσσες και διαλέκτους. Μέσα σε 5-6 μήνες που βρίσκεται στην Αθήνα , έχει ήδη μάθει να μιλάει ελληνικά. Όλοι λοιπόν απευθύνονται σε αυτόν. Εθελοντές, συντονιστές πρόσφυγες. Όλοι.

Τον θυμάμαι στις πρώτες μέρες. Ήταν ένα βίαιο πλάσμα. Απροσάρμοστο και ανένταχτο. Τώρα κυκλοφορεί ανάμεσα στα κοντέινερ με ένα μπεζ μπουφάν 2-3 νούμερα μεγαλύτερο και κάτι ψεύτικα ray ban που κρέμονται από τη μπλούζα του. Είναι ένας μικρός αναντικατάστατος θεσμικός παράγοντας μέσα σε όλη αυτήν την αταξία και τον θόρυβο του καταυλισμού. Το αγόρι αυτό έχει αλλάξει. Όλη αυτή η αντάρα στη ζωή του, έχει εμφυσήσει δεξιότητες που πριν δεν είχε. Τώρα πια είναι συνεργάσιμος και ευγενικός. Ένας μαλαματένιος κρίκος που συνδέει ανθρώπους.

Στα τελευταία εργαστήρια κάτι έγινε μέσα μου με τον Μοχάμεντ. Του είπα πως είναι η πρώτη φορά μετά από 9 μήνες που μπορώ και μιλάω στη γλώσσα μου με ένα μικρό παιδί των καταυλισμών και είμαι πολύ συγκινημένη γι αυτό. Εκείνο το τελευταίο απόγευμα, έκατσα και του είπα όσα δεν είπα ποτέ σε κανένα άλλο προσφυγόπουλο. Και το αγόρι με άκουγε με προσοχή.
Αισθάνθηκα μεγάλη ευγνωμοσύνη γι αυτό το παιδί και έτσι άρχισα να τον παινεύω... Πολύ τον παίνεψα και τον γέμισα ευχές. Έτσι για να έχει απόθεμα. Και το αγόρι,ήσυχο, χαμογελούσε και με κοιταζε κατευθείαν στα μάτια. Το ξέρω αυτό το βλέμμα . Σα να μην χόρταινε από τα καλά λόγια. Και μέσα μου, έλεγα: “Πάρε αγόρι ! Πάρε όσες ευχές χρειάζεσαι. Πάρε όλα τα θετικά λόγια που μπορώ να σου δώσω. Όσα δεν έδωσα σε όλα τα παιδιά που βρέθηκαν στο δρόμο μου τους τελευταίους μήνες. Καθρέφτης να γίνουν τα λόγια μου για να δεις τις όμορφες και κρυφές δυνατότητές σου. Φύλαξε τα. Γερά. Κάνε απόθεμα. Θα το χρειαστείς στα επόμενα χρόνια”.
Και όλη αυτήν την ώρα οι ευχές που ξεστόμιζα συγκρούονταν στο μυαλό μου με άλλες εικόνες. Ανέχειας, παραβατικότητας, πολέμου. Αχ, κάνε αυτό το τεράστιο παιδικό μυαλό να βρει λίγο φιλόξενο τόπο. Να εξελιχτεί, να ανθίσει, να καρποφορήσει. (Θε μου(;) Φύλαξέ τον!)

Στο τέλος του έδωσα μια ζεστή αγκαλιά. Και χάιδεψα το κεφαλάκι του το πληγωμένο.

Μετά το αγόρι φώναξε και την μικρή του αδερφή να έρθει κοντά μου. Μου τη σύστησε. Γιασμίν. Του εξήγησα τι σημαίνει το όνομα της στα ελληνικά. Γιασεμάκι.. όμορφο και ευωδιαστό. Της μετέφρασε λέξη λέξη ότι έλεγα. Γελούσαν με την ψυχή τους και οι δυο. Ο Μοχάμεντ ενθουσιάστηκε. Δεν ήξερε πως τα ονόματα μπορεί να σημαίνουν κάτι. Ίσως και να κατανόησε πως οι λέξεις έχουν νόημα και κρυφές δυνάμεις

Και αυτή είναι άλλη μια  μικρή ιστορία από τους καταυλισμούς των προσφύγων που σε κάνουν να θες να συνεχίσεις για όσο σε αντέξουν τα πόδια σου. Και αυτές οι ιστορίες δεν γράφονται για να ενεργοποιήσουν το παροδικό συναίσθημά μας. Είναι δηλώσεις, πίστης. Γιατί τώρα που τα φώτα του προσφυγικού σβήνουν, πρέπει να συνεχίσουμε να κρατιόμαστε από κάπου. Όχι μόνο για το καλό αυτών των παιδιών. Μα περισσότερο για το δικό μας. Για να συνεχίσουμε να παίρνουμε ζωή από τα γεμάτα δύναμη και φωτιά μάτια του Μοχάμεντ.

Ακόμα και αν δεν θα έχω άλλους μαρκαδόρους, ακόμα και όταν δεν θα έχω μπλοκ ζωγραφικής,  τραπέζι για να τα ακουμπήσω, ή υπόστεγο για να διδάξω, ακόμα και  αν χρειαστεί να κάτσω στις πέτρες μαζί τους, ακόμα κι αν τελειώσουν τα χρήματά μου και δεν θα μπορώ να κεράσω σοκολάτες και καραμέλες την Γιασμιν, εγω...
..θα συνεχίσω.

Θα μου έχει μείνει η αγκαλιά, για να χωρέσει έστω ένα μοναδικό αγόρι σαν τον Μοχάμεντ.
Αυτό αρκεί για να αλλάξει τον κόσμο.
Έχω Πίστη.




Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Τοτέμ 2016 (Art Brut-Outsider art)

Λίγα σχόλια σχετικά με την συμμετοχή μου στην Έκθεση που διοργανώνει η Εταιρεία Μελέτης Πολιτισμικής Ετερότητας (Ε.Μ.Π.Ε.) : «Art Brut – Outsider Art: Η ετερότητα ως καθρέφτης της ταυτότητας» από 9 έως 23 Μαΐου με βασικό χώρο το Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα», Ηρακλειδών 66, σταθμός Κεραμεικός/Θησείο. 

Στην έκθεση  παρουσιάζω ένα κομμάτι από τις συνθέσεις ΤΟΤΕΜ που ξεκίνησα το 2012.

Το ΤΟΤΕΜ (μου) αποτελείται από φωτογραφίες από το οικογενειακό αρχείο και φωτογραφίες που τράβηξε ο Δημήτρης Πούπαλος από σχετική performance που στήθηκε για τις ανάγκες του project αυτού.

Πρόκειται για ένα γεννεόγραμμα. Πρόσωπα από το παρελθόν, στιγμές όπως τι έζησαν, γάμοι βαφτίσεις, σκιές από τις ζωές που έζησαν άλλοι στο παρελθόν και στιγμάτισαν και τη δική μου ζωή.

Η Μητρική και η Γυναικεία φιγούρα επικρατεί. Είναι μια Αγία και άμωμος , ως αμνός του Θεού που αυτοθυσιάζεται για το καλό της φυλής/οικογένειας. Ο Αμνός το ζώο της δικής μου φατρίας ορίζει τις επιλογές των γυναικών της φυλής. Η αυτοθυσία της γυναίκας, ευλογεί και καταριέται τα μέλη της. Φαινομενικά ο Αμνός είναι αγαθός, αυτό-θυσιάζεται για τη συνέχεια της φατρίας. Ο Αμνός όμως επιβάλει αναγνώριση της θυσίας του. Παίρνει ιεραρχία εξαιτίας αυτής της πράξης του. Η θυσία του είναι βίαιη. Κυριαρχική. Δεν αφήνει δικαίωμα επιλογής. Είναι ένα χρέος που σου κληροδοτείται και μια θεότητα για να λατρέψεις.

Το Τοτέμ αυτό καθόρισε, επηρέασε, επέβαλε . Ήταν δυσβάστακτο.
 Έπρεπε να το βεβηλώσω.

Στο έργο αυτό επικρατούν καινούρια στοιχεία. Ένα παιχνίδι αντίστασης,ανασύστασης και ανασυγκρότησης που εκφράζεται συχνά με βίαια φετιχιστικά σύμβολα. Η Γυναίκα στα νέα στοιχεία του Τοτέμ προσπαθεί να αρνηθεί τον Κυριαρχικό ρόλο της θυματοποίησης της γυναικείας μοίρας. Γίνεται αυθάδης. Βίαιη, ένα νέο τρομακτικό πλάσμα που δεν αποδέχεται το ρόλο του Αμνού και προσπαθεί να απελευθερώσει την Δύναμή του.Να ορίσει μόνο του τη μοίρα του.

Ελένη Καραγιάννη, 2016



Τι είναι τα Τοτέμ;

Η λέξη τοτέμ προέρχεται από την Ojibwa, μια γλώσσα Algonquin που πλέον έχει εκλείψει και ήταν ομιλούμενη στην Βόρεια Αμερική. Περιγράφει κάθε φυσικό αντικείμενο, ζώο, ή φυτό, για το οποίο πιστεύουν ότι έχει ιερές ιδιότητες και γι αυτό και το όριζαν ως προστάτη της πατριάς, της φυλής, και, γενικότερα ως γενάρχη.

Η λέξη «Ototeman» στην γλώσσα αυτή σήμαινε «αυτός, είναι της φυλής μου». Τα τοτέμ ήταν φτιαγμένα από ξύλο και σκαλισμένα στο χέρι από μάγους και είχαν την ευλογία του πνεύματος που πίστευε η κάθε φυλή.


 Το τοτέμ σύμφωνα με το Φρόιντ είναι πριν απ' όλα ο πρόγονος της ομάδας , καθώς και το καλό πνεύμα της και ο βοηθός της, που στέλνει χρησμούς και, ενώ είναι γενικά επικίνδυνο, γνωρίζει τα παιδιά του και δε τα βλάπτει. Κανονικά είναι ένα ζώο που τρώγεται, ακίνδυνο ή επικίνδυνο, τρομερό, σπανιότερα ένα φυτό ή μια φυσική δύναμη (βροχή, νερό),που έχει μια ιδιαίτερη σχέση με όλη την ομάδα Η ιδιότητα της συμμετοχής σε μία τοτεμική ομάδα κληρονομείται από γενιά σε γενιά Τα Τοτέμ όμως θέτουν ταμπού. Ιερές απαγορεύσεις επαφής με αντικείμενα, ανθρώπους ή τόπους οι οποίες αυτοεπιβάλλονται σε κάθε άτομο της φυλής, χωρίς επεξηγήσεις ή δισταγμούς. Οι παραβάτες των απαγόρευσαν μετατρέπονται και οι ίδιοι σε ταμπού, με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό τους από την κοινότητα ή τη θανάτωσή τους.


Τοτέμ, 2012  




Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Κάτι τερατώδες σπαρταράει στον πλακούντα του.

Είναι μέρες που γυρνάνε κάποιες σκέψεις μέσα στο μυαλό μου. Είναι ακραίες. Τρομακτικές. Είναι υπερβολικές. Κάποιο πρόσωπο μου είπε να μην γράψω  για αυτές. Αλλά θα το κάνω. 

Είναι οι εποχές ακραίες και κάτι άσχημο επωάζεται.
Κάτι τερατώδες σπαρταράει στον πλακούντα του.

Είχα την ευκαιρία στη ζωή μου να μελετήσω με ερευνητικές μεθόδους  την ιστορία μιας χώρας που καταστράφηκε από τον ρατσισμό που γεννάει η ανέχεια. Η εμπειρία στη Ρουάντα ήταν απόλυτη. Ήταν τρομακτική και βίαιη. Ήταν τραυματική. Ήταν τραυματικό για την ψυχή μου που μίλησα με τους επιζώντες της γενοκτονίας του 1994. Που άγγιξα  τις πληγές στα σώματά τους  και βίωσα από κοντά τις συνέπειες της βίας  στην κοινωνία τους.
Τι σχέση έχει το παρελθόν της χώρας αυτής με την σύγχρονη ιστορία της δικής μας.
Καμία.

Ή μήπως όχι;

Χθες ήταν  η επέτειος της Μαρφίν. Δεν μάθαμε ποτέ ποιο χέρι σκότωσε εκείνους τους ανθρώπους. Μοιάζει σα να μην έγιναν ποτέ στα αλήθεια αυτές οι δολοφονίες.

Τις προάλλες διάβασα  κάποιο άρθρο για μια αντιεξουσιαστική ομάδα -κίνημα το ονόμασαν- όπου ο ηγέτης με όνομα και επώνυμο, ανακοινώνει χωρίς αιδώ, πως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο στο μέλλον  να υποκινήσουν ένοπλες συγκρούσεις στο δρόμο. Ο επώνυμος εκπρόσωπος της ομάδας αυτής  δίνει συνεντεύξεις σε free press και μιλάει για την ένοπλη προστασία που προσφέρει σε συνοικίες της Αθήνας, σαν να πρόκειται  για κάποιον ροκ σταρ που αναλύει τους συντελεστές του δίσκου του. Σήμερα πάλι διάβασα για μια επώνυμη ομάδα που έκαψε ένα χώρο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης στο κέντρο των Τρικάλων επειδή δεν συμφωνούσαν με τις πρακτικές του Δημάρχου. Κάποια ζώα μόνο κάηκαν ζωντανά.
Και κανείς δεν τιμωρήθηκε.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν,  βουλευτές απειλούν πως θα δείρουν δημοσιογράφους που διαφωνούν μαζί τους ενώ λίγες μέρες πιο πριν διανοούμενοι και πολιτικά πρόσωπα έδωσαν συνεντεύξεις και έγραψαν κείμενα για τον λαϊκό ήρωα τον Σάββα Ξηρό. Εκεί κάπου τριγύρω βρίσκεται και  η Χρυσή Αυγή, το επίσημο κόμμα της Ελληνικής Βουλής  όπου  μέλη της φέρουν την ευθύνη για την δολοφονία του Φύσσα. 
Και κανείς δεν αντιδρά.
Και κανείς δε τιμωρείται. 
Μάλιστα με κάποιον "μαγικό" τρόπο έχει πειστεί μεγάλη μερίδα νέων κυρίως ανθρώπων, πως υπάρχουν καλές και αναγκαίες για το καλό της κοινωνίας, δολοφονίες.

Ποτέ ξανά στην κοινωνία αυτή δεν φαινόταν τόσο εύκολο το να σκοτώσεις και να χρησιμοποιήσεις βία για ιδεολογικούς λόγους ή  επειδή είσαι ή αισθάνεσαι αδικημένος.  Ποτέ ξανά η βία δεν εκφράστηκε ως ενδεχόμενο και ως επιθυμία τόσο άνετα. Τόσο Απλά. Όσο με μια δήλωση  στο Hit and Run,  ή στη Lifo. Όσο απλά και ανέξοδα με ένα "Ψόφο" στα social media.

Στην Ιστορία της γενοκτονίας των Τούτσι-Χούτου τέτοιες εκφράσεις βίας και θανατικού εκφράστηκαν σταδιακά από το βασικό μέσο μαζικής ενημέρωσης που διαθέτει το 90% των Ρουαντιανών, το ραδιόφωνο. Σιγά σιγά χτίστηκε μίσος, πόλωση, στερεότυπα, οι πλούσιοι κακοί Τούτσι  και οι φτωχοί εξαθλιωμένοι και αδικημένοι Χουτου. Σταδιακά στο πέρασμα των χρόνων..λίγη βια εδώ.. λίγη βια παραπέρα..μια πυρκαγιά, μια δολοφονία...και όλα με την προκάλυψη του κοινωνικού αγώνα κατά των πλουσίων, έφτασαν στο σημείο πολιτικά πρόσωπα και παραγωγοί του ραδιοφώνου να εκφράζουν ανοικτά καλέσματα, όπως: "Τις κατσαρίδες πρέπει να τις εξοντώνουμε", εννοώντας τους Τούτσι. Στα δικαστήρια που ακολούθησαν της γενοκτονίας όλα αυτά τα πρόσωπα δήλωσαν πως δεν είχαν φανταστεί πως τα μηνύματα αυτά κάποιοι θα τα χρησιμοποιούσαν κυριολεκτικά.

Κάτι τερατώδες επωαζόταν στο μίσος, για καιρό, μέχρι που εκφράστηκε μέσα από τη μορφή του απόλυτου Κακού της γενοκτονίας.
Η ιστορία απέδειξε πως δεν υπήρχαν ποτέ πραγματικοί λόγοι για να έρθουν σε αντιπαράθεση αυτές οι δυο φυλές. Στην πραγματικότητα ούτε καν φυλές  ήταν. Στα ψιλά γράμματα, αυτή η γενοκτονία ενθαρρύνθηκε από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Κάποιοι εδραίωσαν την πολιτική τους καριέρα. Κάποιοι άλλοι πούλησαν όπλα. Γεγονός είναι όμως πως μέσα σε 3 μήνες ένα εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν με φρικτό τρόπο.

Δεν λέω πως υπάρχει πιθανότητα να στραφούν Έλληνες εναντίον Ελλήνων (ή μήπως υπάρχει;) Λέω μόνο πως οι εποχές είναι παράξενες. Οι εποχές είναι ακραίες και αλλάζουν ραγδαία και προς κατευθύνσεις και με τρόπους  που ούτε σου περνούσαν από το μυαλό τα προηγούμενα χρόνια. 
Η Ανατολή φλέγεται. Η Ευρώπη πέθανε. Η Αμερική κυβερνάτε απο τη Κου Κλουξ Κλαν. Ο ρατσισμός μεγαλώνει και μυρίζει πόλεμο. Τα ακραία σενάρια της επιστημονικής φαντασίας, είναι πραγματικότητα.

Εδώ;
 Θα μείνουμε αμόλυντοι από όλο αυτό;

Φοβάμαι πως όχι.
Ήδη έχει αρχίσει.

Στα προηγούμενα χρόνια (Βάζω και τον εαυτό μου εδώ.)... όταν ξεκίνησε  η ανέχειά μας, θυμηθείτε πόσο «ικανοποιητικό» φαινόταν  το ανοιγμένο κεφάλι ενός βουλευτή, οι καρέκλες που πέταγαν κάποιοι αγανακτισμένοι σε  συναυλίες, ή οι φωτογραφίες που βγάζαμε  κρυφά στις διαδηλώσεις σε εκείνους που πέταγαν τα μάρμαρα στα κεφάλια άλλων και τις αστυνομικές δυνάμεις που σάπιζαν κοριτσάκια στο ξύλο.

Έχουμε εξοικειωθεί τόσο πολύ με την βια.

Και φοβάμαι πια.

Πως κάτι τερατώδες σπαρταράει  στον πλακούντα του.

Φοβάμαι.



Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Δεν φτάνει η αλληλεγγύη πια.

Ελαιώνας 4-5-2016

Καθώς ξεφορτώναμε το αυτοκίνητο από τα ζωγραφικά είδη,μια ομάδα αντρών μας πλησίασε. Ήθελαν να τους δώσουμε πράγματα. Μας έδειχναν φωτογραφίες των παιδιών τους.Προσπάθησα να τους εξηγήσω για ποιο λόγο είχαμε έρθει στον Ελαιώνα. Επέμεναν. Αισθανθήκαμε άβολα. Μετά ήρθαν και άλλοι και άρχισαν να διαπληκτίζονται μπροστά μας. Απομακρυνθήκαμε. Tους είδαμε από μακριά να χτυπιούνται.

Χθες είχε τελείως διαφορετική εικόνα ο Ελαιώνας. Υπήρχε πολύ έντονη κινητικότητα. Μέσα υπήρχε πολύς κόσμος στην αναμονή. Υποθέτω πως ήταν καινουργιοι πρόσφυγες που ήρθαν να εγκατασταθούν. Στην είσοδο μας έπιασαν άντρες θυμωμένοι. «Πεινάμε. Δεν έχουμε φαγητό. Δεν έχουμε ρεύμα. Δεν έχουμε νερό να πλυθούμε. Γιατί μας φέρονται έτσι;».
Ζήτησα συγγνώμη. Kαι έφτασα στο σημείο να απολογούμαι για τις αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας μου. «Ι am sorry my friend. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω”.

1700 άτομα αυτή τη στιγμή φιλοξενούνται ενώ η χωρητικότητα είναι 700.
Σε διπλανό χώρο γίνονται εργασίες για την προέκταση των κοντέινερ.

Ωστόσο υπάρχει φαγητό και υπάρχει συνέπεια σε αυτό από τους υπεύθυνους. Τρια γεύματα και ενδιάμεσα σνακ. Τα προβλήματα με το ρεύμα και το νερό  είναι γεγονός λόγω της προέκτασης του καμπ και τις εργασίες που γίνονται. Καταλαβαίνω τον θυμό τους όμως. Για πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος με κρουασάν, με φακές και πένες με ντοματόζουμο; Μια ζωή σε αναμονή για πόσο αντέχεται;

Στον παιδότοπο εξαφανίστηκε το μοναδικό τραπέζι που υπήρχε την περασμένη εβδομάδα. Απλώσαμε χαρτί μέτρου στο πάτωμα και πάνω εκεί κάτσαμε και ζωγραφίσαμε όλοι μαζί. Η πρώτη ομάδα με τα 40-50 παιδιά λειτούργησε καλά . Ήρθαν και άλλα στη συνέχεια. Έχασα το μέτρημα. Χάθηκε ο έλεγχος . Το χαρτί ποδοπατήθηκε, οι μαρκαδόροι χάθηκαν. Προσπαθήσαμε εμείς της ομάδας και με τη βοήθεια κάποιον παιδιών να δείξουμε πως τα υλικά θα πρέπει να τα αφήσουν για την επόμενη φορά. Μάταιο. 

Δεν θυμάμαι να είχα δει ποτέ στον Ελαιώνα τόσα πολλά παιδιά. Τα 100 κουλουράκια που ειχε φτιάξει η μαμα μου για να τα κεράσουμε, δεν έφτασαν. Ούτε οι καραμέλες που είχε φέρει η Αγγελική. Δημιουργήθηκαν εντάσεις ανάμεσα στα παιδιά. Οι γραμμές ήταν αδύνατο να διατηρηθούν. Παιδιά ποδοπάτησαν άλλα παιδιά για μια καραμέλα Πάντα φέρναμε κεράσματα. Ποτέ δεν είχαμε εντάσεις.. Περίμεναν υπομονετικά. Έπαιρναν με σύνεση και πρόσφεραν και στους φίλους τους. 
Όμως είναι προφανές πως αυτοι οι άνθρωποι έχουν φτάσει στα όριά τους. Αυτά τα παιδιά εχουν χάσει τα όριά τους. Διεκδικούν πλέον τα δικαιώματά τους και πολύ καλά κάνουν. Η χώρα αυτη δεν είναι προετοιμασμένη για να τους εξασφαλίσει μια ζωή που θα σέβεται αυτά τα δικαιώματα.
Εκεί ανάμεσα στην ολιγωρία και στο χάος, είναι οι άνθρωποι που προσφέρουν ότι εχουν. Χρήματα, τροφή, χρόνο, προσοχή. Για μήνες το κάνουν. Κάποιοι ακόμα και καθημερινά.

Αισθάνθηκα σήμερα πως εμεις όλοι είμαστε οι αποδέκτες του βάρους της ζωής αυτων των ανθρώπων. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ενσυναίσθηση βάρεσε αδιέξοδο. Αναρωτήθηκα για πόσο καιρό θα μπορουμε ακόμα να το κάνουμε αυτό. Δεν είναι πλέον δημιουργική απασχόληση παιδιών. Ένας εθελοντής παιδαγωγός δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της ζωής, των ψυχικών αλλα και των φυσικών αναγκών, 100 ή 200 παιδιών που έχουν ζήσει ακραία ανέχεια και πόλεμο.
Δεν μπορεί και δεν είναι η δουλειά του να σηκώσει αυτο το βάρος.
Και από την άλλη αυτο το κίνημα αλληλεγγύης, έχει αρχίσει να δημιουργεί μια κακή κουλτούρα ανάμεσα στους πρόσφυγες. Αυτην την κουλτούρα της είχα δει και στην Αφρική.
Ένα χέρι απλωμένο.Προς τον δυνατό.Ένα χέρι να διεκδικήσει λίγη περισσότερη ευημερία από τον δυνατό και τον πιο πλούσιο Δυτικό. Κακή κουλτούρα αυτη.
Όταν η αλληλεγγύη προσφέρεται αποκλειστικά γύρω από τα υλικά αγαθά δημιουργεί εξάρτηση. Ο δυτικός της αλληλεγγύης θα καλύψει τις ανάγκες του φτωχού που έρχεται απο τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Δεν ειναι καλό πράγμα. Δημιουργεί υποτέλεια. Εξάρτηση.
Μπορείς να του αποδώσεις όποιο ιδεολογικό αφήγημα θελεις. Αλλά η ουσία ειναι μια. Η εξάρτηση ανθρώπων από ανθρώπους..
Τους μήνες της προετοιμασίας μου για την Αποστολή στη Ρουάντα, άνθρωποι ειδικοί σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων μας είχαν τονίσει:" Μην δίνετε υλικά αγαθά . Τα υλικά αγαθά δημιουργούν εξαρτήσεις. Κατασκευάζουν κοινωνικές τάξεις.Δώστε ή διεκδικείστε υποδομές που θα βοηθήσουν τη ζωή αυτών των ανθρώπων να εξελιχθεί θετικά".
Θα μου πεις, δεν θα του δώσω τροφή αφού πεινάει; Θα του δώσεις.
Αλλά δεν αρκεί αυτό όταν δεν γίνονται τα υπόλοιπα.
Και θα ξαναπώ για άλλη μια φορά αυτό που δεν καταλαβαίνουν όσοι έχουν αποδώσει ένα πολιτικό και μεσσιανικό χαρακτήρα στο «κίνημα της αλληλεγγύης»:
Οι πιέσεις, οι παρεμβάσεις, οι διεκδικήσεις,οι λύσεις, θα έπρεπε αυτην τη στιγμή να είναι μόνο θεσμικές.Μόνο.
Και το μήνυμα αυτό να ακούγεται καθαρά χωρίς να μπερδεύεται με άλλα ιδεολογικά μηνύματα ή διεκδικήσεις.
Μόνο.
Μόνο.


Κυριακή 1 Μαΐου 2016

To σπίτι της θείας Μαρίας


            Πρόσφατα, ήρθε στην κατοχή μας το πατρικό σπίτι της προγιαγιάς μου τη Ειρήνης, σε ένα ορεινό χωριό του Ρεθύμνου. Αφού ανακαινίστηκε ικανοποιητικά, έγινε  κάτι σαν    ησυχαστήριο. Σαν διψασμένη Αθηναία, επιτέθηκα από τη πρώτη μέρα, στα τριγύρω αξιοθέατα της περιοχής. Είδα σοκάκια πλακόστρωτα, πέτρινες εκκλησίες, θέα και φύση για όσο αντέχει το μάτι.
Το χωριό έχει κτήρια που χρονολογούνται από το 1600 μ.χ. Ένα τέτοιο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το σπίτι της προγιαγιάς.
Είναι ένα διώροφο και πετρόκτιστο σπίτι, σαν μικρός πύργος, με το πάχος των τοίχων να πλησιάζει το ένα μέτρο, με μια μικρή εσωτερική αυλή, με στάβλο, πηγάδι, θολωτές οροφές, οντάδες κ.α.
Παρά τις προειδοποιήσεις για την επικινδυνότητα του  κτηρίου, πήρα τη φωτογραφική μου και με προσεκτικές κινήσεις άνοιξα την παλιά ξύλινη πύλη.
            Από τις πλάκες του δαπέδου ξεπηδούσαν όλων των ειδών τα φυτά: μαργαρίτες, τσουκνίδες, κισσοί. Ήταν αδύνατο να περιηγηθώ στα δωμάτια που περικύκλωναν την εσωτερική αυλή, εξαιτίας αυτής της πυκνής βλάστησης. Έτσι με προσεκτικά βήματα ανέβηκα τα ραγισμένα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο .
            Οι εικόνες που με αγκάλιασαν ξαφνικά, με έκαναν να ξεσπάσω σε ένα αθόρυβο κλάμα.
            Βρέθηκα στην κεντρική κρεβατοκάμαρα του σπιτιού. Ο ξεφλουδισμένος ασβέστης από τους τοίχους μπερδευόταν με τις συνθέσεις από τα δεκάδες καδράκια με φωτογραφίες από αγαπημένα πρόσωπα: μωρά, βαφτίσεις, γάμοι, στρατιώτες. Φαντάσματα και φωνές από άλλες εποχές. Πού και πού έβλεπες εικόνες με το «Χριστούλη» να κρατάει προβατάκια.
Σε μια εσοχή στον τοίχο ήταν ένα παλιό ξύλινο ραδιόφωνο, παραδίπλα δύο κασέλες, ένα τραπέζι, 3-4 σπασμένες καρέκλες και μια σερβάντα με μερικά ανάγλυφα ποτήρια. Στη πιατοθήκη βρήκα στοιβαγμένα μερικά βιβλιάρια του ΙΚΑ και ένα αντίτυπο του Ερωτόκριτου, χρονολογίας 1954.
Παντού γράμματα. Φωτογραφίες, πλεκτά σεμέν, όλα στοιβαγμένα κάτω από ακαθαρσίες από νυχτερίδες και από τη σκόνη.
            Ανακάλυψα πως το τελευταίο πρόσωπο που έμεινε στο σπίτι αυτό ήταν μια “Θεία Μαρία”.
Αριστερά, δίπλα από τη σερβάντα, ήταν ένα μεταλλικό κρεβάτι. Έμεινα για ώρα να το κοιτάζω, σαν να ξάπλωνε πάνω  το νεκρό κορμί της. Τσαλακωμένα σεντόνια....μια σκισμένη νυχτικιά. Ένα κουβαριασμένο υφαντό. Ιδρωμένα μαξιλάρια. Μια παραβιασμένη λουστρινένια τσάντα.
Το κρεβάτι αυτό, κανένας δεν το έστρωσε ξανά... Απλώς ήρθαν, πήραν το πεθαμένο σώμα της Θείας, ψαχούλεψαν την τσάντα, τη ντουλάπα, τις κασέλες και έκλεισαν πίσω την βαριά ξύλινη πόρτα.
            Αγνόησα τη σκέψη εάν το σαθρό ξύλινο πάτωμα μπορεί να με σηκώσει και πλησίασα δίπλα στο κρεβάτι....Γονάτισα και άρχισα να ανοίγω κάποια από τα γράμματα. Το πιο παλιό ήταν από το 1951.  Η Θεία, ήταν ένα αγαπητό πρόσωπο. Πολλά γράμματα από ανίψια και ξαδέρφια. Γράμματα ευγνωμοσύνης για την προσφερόμενη φιλοξενία της. Γράμματα ανησυχίας για την υγεία της. Κάποια αναφέρονταν σε αμφιβολίες για κάποιο προξενιό. Άλλα σύστηναν τον αρραβωνιαστικό μιας ανιψιάς. Αναφορές και παρηγοριά για μια περιουσία και χωράφια που χάθηκαν. Μια ξαδέρφη, της έδινε κουράγιο για κάποιο "μεγάλο" κακό και θέλημα Θεού που την είχε βρει. Σε κάποια γράμματα ο αποστολέας ευχαριστεί τη Θεία για τις 300 δρχ που έλαβε από το λάδι ενώ σε κάποιο άλλο ζητάει συγνώμη που δεν μπορεί να την ενισχύσει οικονομικά. Ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα ειδοποιητήριο για οφειλές για το νερό και το ρεύμα, μια βεβαίωση για το 67% της αναπηρία της και μια συνταγογράφηση για Stedon.
Οι φωτογραφίες έδειχναν μια όμορφη στα νιάτα της, ξανθή γυναίκα,  με πλεξούδα στο πλάι του κεφαλιού. Δεν βρήκα στοιχεία για παιδιά. Ένα γράμμα μόνο την παρηγορούσε που αναγκάστηκε να αποχωριστεί τον αρραβωνιαστικό της.  Η Θεία ήταν μια μοναχική γυναίκα, με πολλά ξαδέρφια και ανίψια που την αγαπούσαν και την σκέφτονταν.
Το τελευταίο γράμμα ήταν εκείνο μιας ανιψιάς, το 1976. Της έστελνε τη φωτογραφία ενός μωρού από το μαιευτήριο.
Μετά τα γράμματα έπαυσαν.
Δεν κατάλαβα πόση ώρα πέρασε. Ο ήχος μιας κίνησης από πουλιά, από την τρύπια οροφή, με έκανε να επιστρέψω εσπευσμένα από το παρελθόν.
Σαν τυμβωρύχος πήρα μαζί μου ένα από τα ποτήρια της γιαγιάς, μερικές φωτογραφίες και μερικά γράμματα. Πήρα κ το χειροκίνητο μπλε μεταλλικό της ξυπνητήρι. Είχε σταματήσει στις 2 και 10.
Επέστρεψα σπίτι και άπλωσα τα ευρήματά μου στο πάτωμα.
Αισθάνθηκα πως κρατούσα έναν θησαυρό στα χέρια μου. Μια αρχαιοκάπηλος...Μια κλέφτρα αναμνήσεων.
            Αναπόφευκτα όλη αυτή η έντονη εμπειρία με έκανε να ταυτιστώ με τη θεία Μαρία. Προσπάθησα να αισθανθώ τις σκέψεις της....το κορμί της... Τον τρόπο που κινιόταν στο ξύλινο πάτωμα. Την προσμονή που είχε για όλα εκείνα τα γράμματα.
Η Μοναξιά της με κατέκλυσε. Η θλιμμένη ξανθιά πριγκιπέσα, φυλακισμένη στο κάστρο με τους απροσπέλαστους πέτρινους τοίχους...σε ένα δυσπρόσιτο ορεινό χωριό. Η βροχή να χτυπάει την ξύλινη οροφή...την ξύλινη πόρτα...Μόνη, προσμένοντας τις εικόνες από την ζωή των άλλων.
            Άραγε..τι αφήνουμε πίσω μας μετά το θάνατο; Στ` αλήθεια μπορούμε να μείνουμε στο μυαλό των ανθρώπων ή απλώς τα ίχνη μας περιμένουν μέσα στην σκόνη και στα κόπρανα των νυχτερίδων, μια τυχαία περαστική, μια ρομαντική άγνωστη να μας ανακαλύψει;
            Το βράδυ δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ. Έβλεπα από το παράθυρο το πέτρινο κτίριο και αισθανόμουν τη Θεία να με παρακολουθεί.
Αυτό δε μου προκάλεσε φόβο. Μια παράξενη ησυχία μάλλον.... ίσως και ένα ευχάριστο βάρος.    Γύρισα και κοίταξα το ποτήρι και τα άλλα πράγματα της θείας που είχα αφήσει στο πάτωμα.
Ένα ευχάριστο βάρος ότι αυτές οι αναμνήσεις θα συνεχίσουν να υπάρχουν μέσα από εμένα.
Καθώς βυθίζονταν  τα μάτια μου....ήμουν σίγουρη πως άκουσα για λίγο το τικ τακ του ρολογιού της θείας... 

ΥΓ. Έμαθα αργότερα από ανθρώπους του χωριού πως αναγκάστηκε να χωρίσει από τον αρραβωνιαστικό της επειδή εκείνος  χρειάστηκε να μεταφερθεί στην Σπιναλόγκα.